Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Γέροντα Τύχων ,φάουλ!

Η παρακάτω έκθεσις του Πανοσιολογιωτάτου Καθηγουμένου Γέροντα Τύχωνος  καθηγουμένου της Ιεράς Μ. Σταυρονικήτα αποτελεί κειμήλιον δια την εκκλησιαστικήν ιστορίαν του μέλλοντος όχι μόνον διότι αναφέρεται εις λεπτομερείας των εσωτερικών διεργασιών της Συνόδου της Κρήτης, αλλά πολύ περισσότερον επειδή εγράφη υπό ευλαβούς Ηγουμένου ενός εκ των 20 ιστορικών Ι. Μονών του Αγίου Όρους, αι οποίαι και σήμερον δίδουν εις τους Ορθοδόξους απανταχού της οικουμένης και οδοδείκτας της ορθής πνευματικής πορείας της Εκκλησίας, αναβλύζοντες τους ποταμούς της Παραδόσεως καθ’ ον μέτρον όμως στοιχούνται προς την αδιάκοπον υπερχιλιετή άσκησιν και βίωσιν της αληθείας του Κυρίου φανερουμένη εις τα πρόσωπα, τας πράξεις και τους λόγους των αγιασάντων Αθωνιτών Πατέρων. Δια τούτο με μεγάλην προσοχήν οφείλει κανείς να μελετήση αυτήν.
 

Εις την αρχήν της εκθέσεως αναφέρεται ότι η πρόσκλησις του Πανοσ. Καθηγουμένου ήτο «τιμητική-συμβολική» καθώς δεν ανετέθη εις αυτόν κάποια αρμοδιότης.  Μας λυπεί αυτό ιδιαιτέρως, διότι το πλήρωμα της Εκκλησίας ανέμενε το Άγιον Όρος να έχη βαρύνοντα ρόλον και ευθύνην δια το γεγονός της Συνόδου, η οποία διεκδικεί κατά τους συγκαλέσαντας αυτήν οικουμενικόν κύρος. Επομένως, η πρόσκλησις και εν συνεχεία ο παροπλισμός του Ηγουμένου μάλλον εντάσσεται εις το γενικόν πλαίσιον της Συνόδου, όπου υπήρχαν αντιπρόσωποι, όμως απεφάσισαν οι Προκαθήμενοι. Αν συνυπολογίση κανείς ότι την ιδιότητα του συμβούλου είχε και η Πανοσ. Καθηγουμένη της Ι. Μ. Χρυσοπηγής καθώς και η συνεργασθείσα με την CIA Καθηγ. κ. Ελισάβετ Προδρόμου, μάλλον συμπεραίνει ότι κάθε άλλο παρά τιμητική ήτο η προσ­κλησις εις το Άγιον Όρος, το οποίον δι’ αυτής υπεβιβάσθη εις ένα φορέα ως κάθε άλλος. 
 Ο π. Τύχων μετέβη μεν ως Ηγούμενος του ζώντος φρονήματος του Αγίου Όρους επέστρεψε δε ως υποτακτικός των κελευσμάτων προσαρμογής της Ορθοδόξου ζωής εις τα μέτρα των σημερινών Επισκόπων. 

Η αβρότης των Επισκόπων έναντι του Αγίου Όρους, την οποία διεπίστωσεν, εις τας συνομιλίας του, εμάλαξε την Αγιορειτικήν ακρίβειαν. Τοσούτον μάλιστα, ώστε να παραβλέπεται το γεγονός ότι ήτο φανερή «η αδυναμία τινών εξ αυτών να συλλάβουν και να εκφράσουν διακριτικά και επίκαιρα τον θεολογικόν λόγον, καθώς και η έντονη επήρεια τινών εκ του κοσμικού φρονήματος»! 
Διερωτώμεθα αν η σχετικοποίησις της Ορθοδόξου Πίστεως τυγχάνει πάντοτε εμπρόθετος η μήπως πολλάκις προέρχεται εκ της αλλοτριώσεως από το κοσμικόν φρόνημα; 
Αν κάποιος Επίσκοπος αρνεί­ται εις τα λόγια την σχετικοποίησιν είναι ασύνηθες εις την πράξιν να πορεύεται διαφορετικώς; 
Δεν είμεθα της γνώμης ότι τα εχέγγυα παρέχει εις αυτό η ομόφωνος καταδίκη της ουνίας, καθώς αυτή ευρίσκεται ήδη από παλαιοτέραν Σύνοδον καταδεδικασμένη.

Αναγινώσκομεν εις την έκθεσιν ότι «η όλη πολεμική» εναντίον της Συνόδου είναι «απαράδεκτος και άνευ ουδενός ερείσματος» διότι τα επιχειρήματα στηρίζονται εις «υπόνοιες και στις υποψίες». Άγιοι ως ο Ιουστίνος Πόποβιτς κ.α. έπεφταν τόσον έξω; Οι ένδεκα Μητροπολίται που ηρνήθησαν να συμμετάσχουν εις την Σύνοδον παρεσύρθησαν; Οι Ιεράρχαι που δεν υπέγραψαν κάποια εκ των κειμένων είναι ανίδεοι; Καθηγηταί ως ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, ο π. Θεόδωρος Ζήσης, ο κ. Δ. Τσελεγγίδης κ.α. τυγχάνουν απαίδευτοι;  
Ποία επιχειρήματα δεν ευσταθούν; 
Μήπως ότι είναι η πρώτη φορά εις την δισχιλιετή πορείαν της Εκκλησίας κατά την οποίαν αφηρέθη η ψήφος από τους Επισκόπους, είναι συκοφαντία; 
Μήπως είναι συκοφαντία ότι οι παρόντες Επίσκοποι παρεβίασαν την εντολήν που έλαβαν από το σύνολο της τοπικής τους Ιεραρχίας; 
Μήπως δεν ισχύει ότι αι Αυτόνομαι Εκκλησίαι εξεπροσωπήθησαν μόνον εκ των Προκαθημένων τους αντιθέτως προς την εκκλησιολογίαν; 
Μήπως ο ίδιος ο Παν­οσιολογιώτατος δεν γράφει ότι δια του κειμένου περί του γάμου ηνοίχθη δυνατότης δια δεύτερον γάμον εις τους κληρικούς; Αυτά όλα και άλλα πολλά «άτινα εάν γράφηται καθ’ εν, ουδέ αυτόν οίμαι χωρή­σαι» εις δεκάδας τόμους χαρακτηρίζονται ως συκοφαντικαί κατηγορίαι;  Εις την έκθεσιν όμως γίνεται εμμέσως επίκλησις των «τόσων Ορθοδόξων Αρχιερέων» οι οποίοι μετείχαν.  Να υπενθυμίσωμεν ότι αυτοί έφθασαν μόλις τους 160, ολιγώτεροι και από αυτούς της Β  Οἰκουμενικῆς Συνόδου, η οποία είχε συγκληθή ως τοπική και όχι «Μεγάλη», αποτελούν δε μόλις το 1/6 των Ορθοδόξων Επισκόπων!

Εις την συνέχειαν της εκθέσεως δίδεται αναφορά περί ενός εκάστου των κειμένων. Δια το κείμενον περί της «αποστολής της Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον» αναφέρονται απλώς άνευ ιδιαιτέρων σχολίων αι προσθαφαιρέσεις. Δια το κείμενον αυτό όπως και δια τα υπόλοιπα υπάρχουν εξαντλητικαί μελέται, τας οποίας δεν προτιθέμεθα να επαναλάβωμεν. Θα αρκεσθώμεν μόνον να θέσωμεν το ερώτημα, το οποίον αν και διαλανθάνη της προσ­οχής είναι θεμελιώδες: Υπήρχεν ανάγκη, ώστε η Εκκλησία να συναχθή δια να καθορίση εκ νέου την «αποστολήν της εις τον σύγχρονον κόσμον»; Οφείλει να μεταβληθή η αποστολή της Εκκλησίας εις το παραμικρόν μετά από δύο χιλιάδας έτη; Ήτο ασυγχρόνιστος με την εποχή της; Δια πόσα έτη συνέβαινε αυτό;! 
 Μήπως αυτό δεν ήτο και το σύνθημα της Β  Βατικανῆς; 
Αν το κείμενον διετύπωσε νέα πράγματα, τότε έως τώρα ήτο παρωχημένη η Εκκλησία, αν επανέλαβε τα ίδια τότε προς τι η επαναβεβαίωσις; Δια πρόκλησιν εντυπώσεων; Δια να γραφή ένα κείμενον «εκθέσεως ιδεών»; Η μήπως ήτο επιτακτική ανάγκη Συν­οδος να συμπεριλάβη, ως και έπραξε, τας «γενετικάς αλλαγάς», τον ρατσισμόν «των φύλων» και τα «μέσα ενημερώσεως» εις την αποστολήν της;


Δια το κείμενον δια την «Διασποράν» τα πράγματα ομιλούν από μόνα τους. Ενημερωνόμεθα ότι ελέχθη ποίον είναι το «κανονικώς ορθόν», όμως  η Σύνοδος κατέληξεν εις «ενδιάμεσον λύσιν».  Τι τελικώς είναι η λύσις αυτή; Οικονομία η αντικανονικότης; 
Υπάρχει οικονομία εις δογματικά ζητήματα η πρόκειται απλώς δια διοικητικόν θέμα; 
Θα ηδύνατο δηλαδή η δομή της στρατευομένης Εκκλησίας να έχη και ετέραν μορφήν; 
Εις ποίον ιστορικόν προηγούμενον εστηρίχθη η Σύνοδος δια την απόφασιν; Εις αυτά τα ερωτήματα τα οποία είναι ουσιώδη οφείλουν να δώσουν όσοι συμμετείχαν εις την Σύνοδον –και οι σύμβουλοι- κρυσταλλίνην απάντησιν. 
Δυστυχώς, η Σύνοδος αδυνατούσα να δώση λύσιν εποίησε δύο και πονηρά: επεκύρωσε συνοδικώς την ανωμαλίαν (δηλ. εσχετικοποίησε την Κανονικήν παράδοσιν) και προέτεινεν αυτήν δια καθολικήν αποδοχήν, διότι «πρέπει να είμεθα πραγματισταί», ως εδήλωσεν Ιεράρχης (δηλ. εισήγαγε την εκκοσμίκευσιν: ότι το κριτήριον της αναγκαιότητος υπερβαίνει το κριτήριον της φύσεως της Εκκλησίας).

Εις το ζήτημα του «Αυτονόμου» αφιερώνονται μόλις τρεις γραμμαί! Αγνοείται τελείως, ώστε να επισημανθή, ότι εις την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν δεν υπήρξαν Αυτόνομοι Εκκλησίαι. Ο «θεσμός» εδημιουργήθη εις τα νεώτερα έτη λόγω δυσλειτουργίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις το διοικητικόν πεδίον και κατ’ επίδρασιν οθνείων αντιλήψεων. Δεν υπήρχον ουδέποτε υπάλληλοι σχέσεις μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών! Όμως και αυτό το επεκύρωσεν η Σύνοδος αποδούσα μάλιστα προσωπικώς και όχι συνοδικώς εις τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως το δικαίωμα, που ποτέ προηγουμένως δεν κατείχε, να αποφαίνεται εις διενέξεις Αυτοκεφάλων Εκκλησιών δια μίαν Αυτόνομον Εκκλησίαν!

Το κείμενον περί «γάμου» κρύβει ένα από τα πιο προκλητικά γεγονότα της Συνόδου. Ο Ηγούμενος της Ι. Μ. Σταυρονικήτα αποδέχεται με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι αι μεταβολαί εις το κείμενον «δίδουν το δικαίωμα δια υποψίαν τινά αλλαγής της στάσεως της Εκκλησίας»! Τελικώς μετετοπίσθη εν δυνάμει έστω και ελαχίστως η παράδοσις της Εκκλησίας; Μήπως επιβεβαιούνται τώρα αι «συκοφαντίαι»;
 Ακατανόητη τυγχάνει η φράσις «ας ελπίσουμε ότι δεν θα χρησιμοποιηθή η διατύπωσις αυτή από οποιονδήποτε δια την καταστρατήγησιν» των Ι. Κανόνων! Επαφίεται πλέον εις τον καθένα η ερμηνεία της και εμείς θα ελπίζωμεν ότι δεν θα το πράξη; Ευρίσκουν ισχυρόν έρεισμα, συνοδικά επικυρωμένον, όσοι κληρικοί επιθυμούν να τελέσουν δεύτερον γάμον; Όποιος επικαλεσθή το κείμενον αυτό η απάντησις θα είναι ότι πρέπει να συνέλθη επομένη Σύνοδος, δια να το διευκρινίση; Ανοίγωμεν με ελαφράν την καρδίαν περιπετείας δια την Εκκλησίαν… Ούτε όμως δια τους μεικτούς γάμους λαμβάνει θέσιν ο π. Τύχων. Τους αποδέχεται; Συμφωνεί η παράδοσις του Αγίου Όρους εις αυτό; Παρακαλούμεν δι’ απάντησιν!

Δια το κείμενον περί «νηστείας» το πρόβλημα επισημαίνεται εις την «επιπολαιότητα», ως αναφέρεται, ελαχίστων Επισκόπων. Δι’ εν τόσον «μεγάλο» γεγονός επιτρέπεται η επιπολαιότης και μάλιστα από Επισκόπους; Δια τας ενστάσεις έναντι της Συνόδου οι προσδιορισμοί ήσαν βαρύτατοι εις την έκθεσιν, όμως δια την επιπολαιότητα των Επισκόπων ευρέθησαν ευκόλως αι απαλύνουσαι αυτήν χαρακτηρισμοί (ρητορική δεινότητα, άγνοια, αγαθότητα κ.λπ.). Ποίον είναι δεινότερον η αυστηρά κριτική, η επισκοπική επιπολαιότης η μήπως η υστερόβουλος κολακεία; Δύο εκ των Επισκόπων, οι οποίοι δι’ άγνωστον λόγον(;) δεν κατονομάζονται, εζήτησαν την μείωσιν της νηστείας. 
Ποίος νους θα ηδύνατο να διανοηθή ότι υπάρχουν ακόμη υπολείμματα υποστηρικτών των θέσεων του Μ. Μεταξάκη, ο οποίος όταν εσχεδίαζε την Συν­οδον αυτήν, επεθύμει την τροποποίησιν της νηστείας. Αν ευρέθησαν έστω και δύο να υποστηρίζουν αυτάς τας θέσεις παρά το γεγονός ότι είχον μεσολαβήσει προ ετών αι αντιδράσεις του Αγίου Όρους δια το κείμενον της νηστείας, ώστε να ευρεθή εις την σημερινήν του μορφήν, τι θα είχε συμβή αν δεν είχαν λάβει χώραν ποτέ; Μήπως και «οι υπόνοιες και υποψίες», ως αρνητικώς εχαρακτηρίσθησαν αι αντιδράσεις των συγχρόνων, μήπως δεν συνεκράτησαν την Σύνοδον από τα χειρότερα;

Αλγεινήν εντύπωσιν προκαλεί η στάσις του Σεβ. Περγάμου, ο οποίος κατεφέρθη «με άκρως υποτιμητικόν και περιφρονητικόν τρόπον» κατά του Αγίου Όρους. 
Πως ανέχεται η Ι. Κοινότης να υβρίζεται η χιλιετής πορεία των Αγίων του μοναδικού εις τον κόσμον περιβολίου της Υπεραγίας Θεοτόκου; 
Υπήρξεν όμως μεγαλυτέρα προσβολή από την λεκτικήν: συμφώνως με μαρτυρίαν του Σεβ. Ναυπάκτου τελικός κριτής των κειμένων ήτο ο Σεβ. Περγάμου, εκμαγείον της θεολογίας του οποίου κατέστησε τας αποφάσεις. Η Ι. Κοινότης ανέχεται την προσβολήν του Άθωνα, θα ανεχθή και την διαβολήν της Ορθοδόξου θεολογίας από την αποκλίνουσαν «ζηζιούλιαν» θεολογίαν; 
Όμως δεν εξέπληξε κανένα η στάσις του, διότι όπως μετέδωσεν από τας στήλας του ο Ο.Τ., δις κατά συνέντευξιν τύπου αι τοποθετήσεις του εκπροσώπου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως π. Ιωάννου Χρυσαυγή ήσαν εξίσου υποτιμητικαί δια το Άγιον Όρος. Το ίδιον επίσης υποτιμητική ήτο και η στάσις του Πατριάρχου ότε εζητήθη ο λόγος υπό του Ηγουμένου της Σταυρονικήτα. Η δικαιολογία ότι δεσμεύεται από τον κανονισμόν είναι ανήκουστος. Δεν ενεθυμήθη ότι εις Οικουμενικήν Σύνοδον, την Έκτην, ικανοποιήθη παράλογον αίτημα μοναχού, διότι οι Πατέρες όντως Πνευματοκίνητοι έπραξαν κατά το Αποστολικόν ότι εξ ανάγκης «και μετάθεσις νόμου γίνεται»!

Δια το κείμενον περί των διαχριστιανικών σχέσεων καιρία κατά την έκθεσιν ήτο η συμβολή του Πατριάρχου Ρουμανίας, ο οποίος είναι γνωστός «εν τη Ιουδαία»… Το ενδιαφέρον έλκει περισσότερον ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος επαινείται τελευταία δια την υποδειγματικήν προεδρίαν της Συνόδου, υπεχώρησε και συνετάχθη πλήρως με τον Σεβ. Περγάμου παρά τας διαφωνίας των Εκκλησιών! Δεν επιθυμούμε να εικάσωμεν τι θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχαν ισχυραί αντιδράσεις (ιδού δι’ άλλην μία φοράν ωφελούν). Όμως παρά το γεγονός ότι υπήρχαν τρεις λύσεις (ονομασία των ετεροδόξων ως Εκκλησιών, απάλειψις του όρου Εκκλησίαι και αναβολή του ζητήματος δι’ επομένην Σύνοδον) επελέγη η πρώτη! Ενώ είχε την δυνατότητα η Σύνοδος με τας δύο λύσεις να οικοδομήση γεφύρας με τους αντιοικουμενιστάς επελέγη η πρώτη, η οποία προφανώς μοναδικόν σκοπόν είχε να ικανοποιήση τους ετεροδόξους! Η τελική διατύπωσις, παρά την άποψιν της εκθέσεως ότι είναι ιστορική και κοινωνιολογική (ως η Σύνοδος να είναι επιστημονικόν όργανον) έχει επιβεβαιωθή από συγγραφάς οικουμενιστών ότι αναγνωρίζει τους ετεροδόξους ως Εκκλησίας. Άλλωστε, είναι δυνατόν θεολογικώς να υπάρξη διάστασις μεταξύ ιστορίας και πραγματικότητος; Επιπλέον θα ηδύνατο η Σύνοδος να συμπληρώση απλώς έξι λέξεις, αλλά δεν το έκανε: «οι ετερόδοξοι δογματικώς δεν είναι Εκκλησίαι».

Ο π. Τύχων ισχυρίζεται ότι με την αλλαγήν κάποιων διατυπώσεων δεν αποδίδεται το έργον ενότητος των Χριστιανών εις το ΠΣΕ, αλλά μόνον η προώθησις της ειρήνης και η αντιμετώπισις των κοινωνικών προκλήσεων. Πέραν από το γεγονός ότι ακόμη και αυτά τα ζητήματα άπτονται της πνευματικότητος, η οποία διαφέρει εις την Ορθοδοξίαν και εις τας αιρέσεις, το ότι η Σύνοδος προσδιώρισεν έτσι το ΠΣΕ δεν σημαίνει ότι εις το εξής το ΠΣΕ θα παύση να αυτοπροσδιορίζεται ως θεσμός προωθήσεως της «ενότητας» και οι μετέχοντες εις αυτό θα το αποδέχωνται. Επομένως, αντί να διορθωθή η ρίζα του προβλήματος, δηλ. να απορριφθή η συμμετοχή εις το ΠΣΕ, θέτομεν την κεφαλήν μας εις το χώμα, ως ποιεί η στρουθοκάμηλος.

Το περιστατικόν Αρχιερέως που κατεφέρθη εναντίον της αδιαψεύστου αρχής ότι και πρόσωπον και όχι μόνον Σύνοδος δύναται να ορθοτομή, αποτελεί την επιβεβαίωσιν ότι πολλοί εκ των συμμετεχόντων Επισκόπων έχουν αλλοτριωθή εκ του κοσμικού φρονήματος, αποφασίζουν όμως δι’ όλην την Εκκλησίαν! Ο Ο.Τ. είχε γράψει ότι ένας από τους λόγους, δια τους οποίους δεν έπρεπε να συγκληθή η Σύνοδος αυτή είναι ότι κανείς εκ των συμμετεχόντων δεν διεκρίνετο δια την αγιότητά του.

Όσον αφορά την προσθήκην με αναφοράν περί της «καθολικού κύρους Συνόδου», η έκθεσις υπονοεί ότι επρόκειτο δια διασφάλισιν της Παραδόσεως. 
Η άλλη ανάγνωσις όμως, η χρήσιμος δια τους οικουμενιστάς, είναι η διασφάλισις ότι η παρούσα Σύνοδος είναι και αυτή μέρος των «καθολικού κύρους Συνόδων». Δεν είναι τυχαίον ότι οι εκπρόσωποι τύπου και άλλοι Ιεράρχαι επανελάμβαναν συνεχώς περί της Συνόδου της Κρήτης ότι «οι Πατέρες της Συνόδου» και άλλας παρομοίους εκφράσεις, δια να υποβάλουν παντού την ιδέαν ότι πρόκειται δια μίαν Σύνοδον, ως εκείναι εις τας οποίας μετείχον Άγιοι και ωρθοτόμησαν δια δογματικά ζητήματα, παρά το γεγονός ότι η παρούσα Σύνοδος εις ουδέν δεν ωμοίαζε προς αυτάς.

Ο Άγιος Καθηγούμενος κατακλείει την έκθεσιν με την βεβαιότητα της επιτυχίας αυτής της Συνόδου. 

Δεν τον στενοχωρούν αι αποτειχίσεις; 
Δεν τον προβληματίζουν αι διακοπαί μνημοσύνων; Δεν αγωνιά δια την στάσιν των Πατριαρχείων που απουσίασαν; 
Μέλημα όλων θα έπρεπε να είναι η ενότης της Εκκλησίας και όχι η ρήξις με όσους διαφωνούν δια των προκλητικών εκφράσεων περί «προσυνοδικών ψευδολογιών και ανυποστάτων φόβων».  

Αλλά όταν μέλημα καθίσταται το πως θα είμεθα ευάρεστοι εις την προϊσταμένην μας αρχήν, τότε λησμονούμεν ότι εικών του Θεού είναι κάθε αδελφός.

Πάρετε ένα  Zantac και συνεχίστε να διαβάσετε τι  αναφέρει η «απόρρητος» έκθεσις δια την Σύνοδον της Κρήτης ΕΔΩ

Η εκπληκτική μονή του «Ασκητή», που είναι σφηνωμένη ανάμεσα σε δύο βουνά.

Χτίστηκε στο σημείο που σύμφωνα με την παράδοση κυνηγοί σκότωσαν τον μοναχό καθώς τον μπέρδεψαν με αγριογούρουνο!

 Στους δυτικούς πρόποδες του όρους Φολόη στην Ηλεία βρίσκεται το εξαιρετικό φαράγγι του Γούμερου, που έχει χαρακτηριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως μνημείο φυσικής ομορφιάς. Μέσα στο καταπράσινο φαράγγι, ανάμεσα σε δύο βράχους βρίσκεται «σφηνωμένη» η σπηλαιώδη Μονή του «Ασκητή», που είναι αφιερωμένη στην Κατάθεση της Τίμιας Ζώνης της Θεοτόκου. Η μονή πήρε το όνομά της από έναν ασκητή, που λέγεται ότι ζούσε στο φαράγγι του Γούμερου. 

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, κάποιοι κάτοικοι που κυνηγούσαν στην περιοχή, τον πέρασαν για αγριογούρουνο και τον τραυμάτισαν θανάσιμα. Καταλήγοντας στον σημερινό χώρο της μονής βρήκαν μία εικόνα της Παναγίας να κρατά ένα βρέφος. Έτσι οι κάτοικοι έχτισαν τη μονή στο φυσικό κοίλωμα δυο σπηλαίων, που σμίγουν δυο βουνά. Συγγραφικές πηγές αναφέρουν επίσης ότι όταν απεβίωσε ο Ασκητής ενταφιάστηκε μέσα στον χώρο της Μονής.

Η σπηλιά είναι χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο πρώτο υπάρχει το ιερό της Μονής, ένα είδος διαδρόμου-εξώστη και ένα πηγάδι. Λέγεται ότι στο σημείο, όπου έπεσε το άψυχο σώμα του ασκητή, ανάβλυζε νερό για αυτό και έφτιαξαν το πηγάδι. Στο δεύτερο μέρος συναντά κανείς τα ερείπια της βυζαντινής μονής, που χρονολογείται γύρω στο 1200 μ.Χ., σε ένα κοίλωμα 300 τ.μ., ύψους 50 μ. να ατενίζει τον ουρανό. Ιστορικές καταγραφές αναφέρουν ότι στον χώρο της μονής υπήρχε το Μαντείο των Αθλητών και ότι η διαδρομή προς τη μονή, ήταν το αρχαίο καλντερίμι, τμήμα της ιερής οδού Ήλιδας – Ολυμπίας, από όπου περνούσαν οι αθλητές για την αρχαία Ολυμπία. 

Σήμερα ο επισκέπτης που θα ακολουθήσει την διαδρομή μέσα στο φαράγγι, θα συναντήσει τις αρχαιότερες ελιές της Ελλάδας, με κλαδιά από τις οποίες στεφάνωναν τους Ολυμπιονίκες. Τα ερείπια της βυζαντινής μονής που χρονολογείται γύρω στο 1200 μ.Χ. Η μονή για πολλά χρόνια αποτελούσε μοναστικό κέντρο και φιλοξενούσε περισσότερους από 50 μοναχούς ενώ τον τελευταίο μισό αιώνα έχει εγκαταλειφθεί και διακρίνονται μόνο τα ερείπια από τα κελιά τους...
πηγή


Απειλούν ανοιχτά τις ζωές των γονέων των μαθητών στην Φιλιππιάδα μέσα απο το indymedia

Όταν φανερά το παρακράτος του Σύριζα και τα πιόνια του Σόρρος ,καταπατούν με ρατσισμό κάθε έννοια δημοκρατίας 
και ελεύθερη διακίνηση ιδεών και κανένας εισαγγελέας δεν επεμβαίνει! Γιατί άραγε;


Είπε Γέρων-Ρώτησα κάποτε ένα νέο 16 ετών:
-Αγαπάς, παιδί μου, το Θεό;
-Τον αγαπώ πολύ, πάτερ μου, μου απάντησε αυθόρμητα.
-Προσεύχεσαι σ’ Αυτόν τακτικά;
-Όχι! μου είπε με ειλικρίνεια.
Ο νέος αυτός δεν μπορούσε να συλλάβει την αντίθεση που υπήρχε μεταξύ των δύο απαντήσεών του. Γιατί είναι αδύνατον να αγαπά κανείς πραγματικά το Θεό και να μην προσεύχεται.
Αν έχεις ένα φίλο εξαιρετικά αγαπητό, δεν προσπαθείς να βρεις τρόπους να επικοινωνείς συχνά μαζί του και να συζητάς διάφορα ζητήματα; Έτσι δεν είναι;
Παρακολούθησε, παιδί μου, αυτούς τους αριθμούς που θα σου πω. Είναι εξακριβωμένοι. Ένας άνθρωπος που πέθανε 70 ετών διέθεσε τα χρόνια της ζωής του ως εξής: 15 χρόνια εργάσθηκε, 20 κοιμήθηκε, 2 έτρωγε, 1 ντυνότανε, 9 μήνες πλυνότανε, 7 μήνες ξυριζότανε, 4 μήνες καθάριζε τη μύτη του, 2 μήνες τα δόντια του κλπ.
Παρατήρησες κάτι; Όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω αφορούν εξωτερικές ασχολίες. Φροντίδες και μέριμνες για το σώμα.
Όταν όμως, παιδί μου, παρουσιασθείς ενώπιον του Θεού πολύ διαφορετικός θα είναι ο λογαριασμός τον οποίο θα υποχρεωθείς να κάνεις. Θα σε ρωτήσει τότε ο δίκαιος Κριτής:
«Πόσα καλά έκανες; Πόσα κακά;»
«Πόσα καθήκοντα εκτέλεσες και πόσα όχι;»
«Πόσον καιρό προσευχόσουν;»
Μέσα σ’ ένα χρόνο η καρδιά σου χτύπησε 36.792.000 φορές. Απ’ το τεράστιο αυτό ποσό, πόσους παλμούς διέθεσες για το Θεό σου;
«Μα πόσο λοιπόν πρέπει να προσεύχομαι;»
Πρέπει να ξέρεις, παιδί μου, πως ο Θεός δεν υπολογίζει την προσευχή με τη χρονική της διάρκεια, αλλά με το ζήλο, με τη διάθεση, με την καρδιά. Μια μικρή, ζωντανή, ολόθερμη προσευχή αξίζει πολύ περισσότερο από μια άτονη, τυπική, ξερή, έστω και πολύωρη.
Εκείνο που προέχει είναι ο ζήλος και η θερμή διάθεση της καρδιάς. Κάνε την πρωινή και βραδινή σου προσευχή. Μην παραλείπεις όμως καθ’ όλη την ημέρα πολλές φορές να στρέφεις τη σκέψη και την καρδιά σου στο Θεό.
Θα ‘ναι, παιδί μου, ευλογημένη η μέρα σου, όταν τις πρώτες σου τις σκέψεις τις αφιερώνεις στο Θεό. Κι ο ύπνος σου θα είναι ήρεμος και γαλήνιος όταν, πριν παραδοθείς στα χέρια του, στρέψεις και πάλι σ’ Αυτόν τους λογισμούς σου.

Ιωάννης Καποδίστριας :Τα Αξιώματα είναι τιμητικὰ και ο αναμειγούμενος στην Πολιτείαν, δεν κάνει εμπορικὴν επιχείρησιν.


Σαν σήμερα στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, οι Ξένες Δυνάμεις (Αγγλό-Γάλλοι), έβαλαν τους Μαυρομιχαλαίους να δολοφονήσουν στο Ναύπλιο τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Της τέχνης τα καμώματα

ώχ!

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ «ΜΙΜΗΣΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥ»

Хиландарски крстовиΗ «μίμησις του Χριστού» μεταφράστηκε και στην ελληνική γλώσσα, και διαβάστηκε πάρα πολύ από Ορθο­δόξους Χριστιανούς. Μπορεί κανείς να διαπιστώση ότι η μετά­φραση και η ανάγνωσή του με την παράλληλη παραθεώρηση των νηπτικών πατερικών κειμένων συνετέλεσε στην δυτικοποίηση των Ορθοδόξων. Βέβαια, είναι γεγονός ότι όταν κανείς διαβάση «την μίμησιν του Χριστού» θερμαίνεται συναισθηματι­κά, άλλ’ όμως εκτρέπεται, χωρίς να το καταλάβη, από την γνήσια έκφραση της Ορθοδόξου Παραδόσεως.
Και κλασσικό παράδειγμα ασκητικού βιβλίου, που εγράφη από συγγραφέα που βρισκόταν στην κατά­σταση της πλάνης που ονομάζεται «απόνοια», μπορούμε να θεωρήσωμε την «Μίμηση του Χριστού» του Θωμά Κεμπισίου.
Αποπνέει μια λεπτή φιληδονία και υψηλοφροσύνη, που σε ανθρώπους γεμάτους πάθη και τυφλωμέ­νους από αυτά προκαλούν έναν ηδονισμό, που αυτοί τον θεωρούν «πρόνευση της θείας χάριτος»! Οι ταλαίπωροι! Οι εσκοτισμένοι! Δεν ιό καταλαβαίνουν καν, ότι οσφραινόμενοι την Λεπτή αυτήν ευωδία των παθών που ζουν μέσα τους, ηδονίζονται εξαιτίας της. Και — στην τύφλωσή τους — την θεωρούν «οσμή της θείας χάριτος»! Δεν το καταλαβαίνουν, ότι άξιοι να δεχθούν την οσμή, να αισθανθούν την ευωδία της χάριτος, είναι μόνον οι άγιοι! Ούτε ότι, για να αισθανθή ο άνθρωπος την πνευματική γλύκα μέσα του, πρέπει πρώτα να αποκτήσει μετάνοια και να καθαρθή από τα πάθη!
Ο αμαρτωλός πρέπει να το καταλάβει, ότι δεν εί­ναι ούτε ικανός ούτε άξιος για πνευματική γλύκα! Και οφείλει να το ομολογεί και να το διακηρύττει, ότι είναι ανάξιος για αίσθηση τέτοιας γλύκας πνευματικής. Και αν αρχίσει κάτι τέτοιο να του έρχεται, οφείλει να μη το αποδέχεται· αλλά να το απορρίπτει σαν κάτι το ξένο· σαν μια ολοφάνερη και πανώλεθρη αυταπάτη· σαν μια εκλεπτυσμένη κίνηση ματαιοδοξίας, υψηλοφροσύνης και ηδυπαθείας.
Αγ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΙΑΝΙΝΩΦ: «ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ», ΤΟΜΟΣ Α΄, ΕΚΔΟΣΗ Ι.Μ. ΠΡΕΒΕΖΗΣ 1993, σσ. 136-137. (Προσθήκη δική μας. Δεν υπάρχει στο κείμενο του Σεβασμιωτάτου)
   Το εκπληκτικότερο είναι ότι η μετάφραση και κυκλοφορία του στην ελληνική γλώσσα εγκρίθηκε και ευλογήθηκε και από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος παλαιότερα, η οποία το συνιστά «ως βιβλίον χρήσιμον και αναγκαίον παντί χριστιανώ προς φωτισμόν του νοός και αιχμαλώτισιν της καρδίας εις το ποιείν το θέλημα του Θεού και ζην μετά αυταπαρνήσεως»2. Μάλιστα, οι εκδότες του βιβλίου αυτού στην ελληνική γλώσσα θεωρούν ότι μέσα σε αυτό «ο κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτόν του και την ιδιαιτέραν του περίπτωσιν. Εκ της αναγνώσεώς της δε, ενσταλάζεται εις την ψυχήν βάλσαμον παρηγορίας και κατανύξεως»3.
Η συνέχεια εδώ

ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΣΥΝΑΡΠΑΖΕΙ

Ο Μουσαίος ο Γραμματικός ήταν ποιητής που έζησε στα τέλη του 5ου με αρχές του 6ου αιώνα μ.Χ.. Ήταν σύγχρονος ή λίγο μεταγενέστερος του Νόννου τον οποίο και μιμήθηκε στο ύφος της αφήγησης. Διασώθηκε μόνο ένα τμήμα (340 στίχοι) από ένα πολύστιχο αφηγηματικό του ποίημα, το «Τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον». Θεωρείται ένα από τα ωραιότερα στο είδος του, παρά τις ελλείψεις του. Είναι εμπνευσμένο από την παθητική ιστορία του νεαρού Λέανδρου, που κάθε νύχτα πήγαινε να συναντήσει κολυμπώντας στην απέναντι ακτή του Ελλήσποντου την αγαπημένη του Ηρώ. Μία νύχτα όμως, επειδή το λυχνάρι που τον οδηγούσε έσβησε, πνίγηκε. Τον ίδιο θάνατο διάλεξε και η αγαπημένη του, όταν το έμαθε. Παρά την απλότητά του, το ποίημα είναι γεμάτο από περίτεχνες εκφράσεις. Ένα ερωτικό ποίημα της εποχής, το Αλφαίος και Αρεθούσα, αποδίδεται επίσης στον Μουσαίο. 


Ηρώ και Λέανδρος - Βικιπαίδεια

Mουσαίου, Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέανδρον (στ. 1-29)  Μετάφραση: Σίμος Μενάρδος**, Στέφανος, Αθήνα: Ι.Ν. Σιδέρης

 Hero and Leander
Πες μου τον λύχνο, δέσποινα, που είδε κρυφές αγάπες, της νύκτας τον κολυμπητή, που για γαμπρός πρυμίζει, τον γάμο πες τον σκοτεινό, που δεν είδ᾽ η Αυγούλα, και την Σηστό, που της Ηρώς ενυκτογίνη ο γάμος.  
5Να κολυμπάει τον Λέανδρον ακούω και μαζί του τον λύχνο τα μηνύματα να λέει της Αφροδίτης, τον καλεστή και στολιστή της νυκτοπαντρεμένης τον λύχνο, τ᾽ αναγάλιασμα των δυο  αγαπημένων. Για τα νυκτέρια του έπρεπε μες στ᾽ άστρα να τον πάρει  
10ο άγιος θεός και να τον πει «τ᾽ αστέρι των ερώτων»· τι στης αγάπης τους καημούς κι αυτός σύντροφος ήτον και φύλαξε το μυστικό του γάμου του ακοιμήτου προτού φυσήξει ο άνεμος την άπονη πνοή του. Έλα, θεά, τραγούδα μου, να πούμε το ᾽να τέλος 15του λυχναριού που απόσβησε και του παιδιού που εχάθη. Αντικρινές γειτόνισσες Σηστός και Άβυδος ήταν κατάγιαλα. Το τόξο του τάνυσ᾽ επάνω ο Έρως και μες στες χώρες και τες δυο μιαν τόξεψε σαγίτα και μια κορασιάν έκαψε και νιο ένα παλληκάρι. 20Λέανδρο τον ομορφονιό κι Ηρώ την κόρη ελέγαν. Η Ηρώ στην Σηστόν έμενε, στην Άβυδο ο νιος ήτον· άστρα κι οι δυο γλυκόφωτα στες δυο μέσα τες χώρες· άστρα πανόμοια. Μόν᾽ εσύ αν τύχει και περάσεις, ζήτα μου ένα γερόπυργο, που έναν καιρό με λύχνο 25στεκόταν και τον Λέανδρον η Ηρώ ξεπροβοδούσε· ζήτα τ᾽ ολόβογκο στενό της προτινής Αβύδου. Ακόμα μπορεί την θανή να κλαίει του Λεάνδρου! Μα τώρα πώς ο Λέανδρος από την Άβυδό του στον πόθον ήρθε της Ηρώς κι αυτή στον πόθο εδέθη;
 Ήτον πεντάμορφη η Ηρώ κι ήτο βασιλοπούλα, και κορασιά λειτούργισσα της Αφροδίτης ήτον· και σ᾽ έναν πύργον έμενε μακριά των γονικών της, γειτόνισσα της θάλασσας, άλλη θεά Αφροδίτη. Από ντροπή δεν έσμιγε ποτέ μ᾽ άλλες γυναίκες, 35ούτ᾽ έστησε χορό όμορφο με τες συνήλικές της, να λείπει από την θηλυκή γλωσσοφαγιά και ζήλια· τι είναι για κάλλη κι ομορφιές ζηλιάρες οι γυναίκες. Συχνά την μεγαλόχαρην εδόξαζε Αφροδίτη κι έταζε και στον Έρωτα και τον καλοκρατούσε 40τι με την μάνα του έτρεμε το φλογερό του τόξο. Μα πάλι δεν εξέφυγε τα πυροκάλαμά του. Της Αφροδίτης μια φοράν ήρθε γιορτή μεγάλη· μες στην Σηστό στην χάρη της εκάμναν πανηγύρι και από παντού πιον έτρεχαν στην άγια μέρα νά ᾽ρθουν 45όσοι τ᾽ αφροστεφάνωτα νησάκια εκατοικούσαν· κι από την Ήπειρον αυτοί κι από την Κύπρο εκείνοι· γυναίκα μια δεν έμεινε στον βράχο των Κυθήρων και στου Λιβάνου ούτε ψυχή τα κορφοβούνια επάνω· κι από γειτόνους στην γιορτή δεν έλειψε κανένας 50από την Άβυδο κοντά, μηδ᾽ από την Φρυγία, μηδέ και γυναικάρεσκο κανένα παλληκάρι. Θωρείς εκείνοι, όπου ακουστεί γιορτή, είναι πάντα πρώτοι όχι τόσο τα πρόσφορα να παν εις τους αγίους, όσο για των ομορφονιών τα μαζωμένα κάλλη.

Και νά σου και στην εκκλησιάν η κόρη Ηρώ προβάλλει κι άστραψε φως η όψη της η τρισχαριτωμένη, καθώς την λευκοπρόσωπη Σελήνη που προβαίνει· και τα χιονάτα μάγουλα εροδοκοκκινίζαν σα ρόδο, σαν τριαντάφυλλον, ακράνοικτο και δίχρο· 60και θα ᾽λεγες πως ροδωνιά στα μέλη της εφάνη τι ρόδιζε το χρώμα της και στο περπάτημά της οι φτέρνες ρόδ᾽ ανέφαιναν της ασπροφόρας κόρης· και μύριες χάρες έτρεχαν απ᾽ όλα της τα μέλη· τι ψέματα είπαν οι παλαιοί πως τρεις οι Χάρες είναι· 65κάθε της μάτι γελαστό κι εκατό χάρες μέσα! Η Αφροδίτη ταιριαστή λειτούργισσά της ήβρε.[.....]

Διαβάστε ολόκληρο το σωζόμενο απόσπασμα: ΜΟΥΣΑΙΟΣ: Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέναδρον

Δεν άκουσες παππού τι γίνεται γύρω σου δεν γνωρίζεις ή απλά λόγο γήρατος είσαι αλλού;

Αρχιεπίσκοπος Κρήτης : Ναι στη φιλοξενία των προσφύγων, όχι στην ξενοφοβία και τον φανατισμό

Μας προκαλεί αρνητική έκπληξη πως χείλη επισκόπου έχουν την ιδία νεοταξικη γλώσσα με τα καθίκια του Σόρρος που έχουν βάλει σκοπό να αλλοιώσουν τον πληθυσμό της πατρίδας μας. 
Τελικά οι οικουμενιστές δεν κάνουν κακό μόνο στην πίστη αποδομούν και την πατρίδα. Απίστευτο!
 Κρητικοί ,να τον χαίρεστε..

Το… “φθινοπωρινό πουλάκι” που αγίασε!



 (από τα παιδικά χρόνια του Γ. Ιακώβου Τσαλίκη)

Οι Άγιοί μας, καθώς και οι μεγάλοι γέροντες και ασκητές μας, ήταν κι αυτοί κάποτε παιδιά! Ας διαβάσουμε, λοιπόν, ένα μικρό απόσπασμα, μια θαυμαστή ιστορία από τα παιδικά χρόνια του Γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη, όπως καταγράφεται στο εξαιρετικό βιβλίο της Άννας Ιακώβου, «Ήταν κάποτε παιδιά - Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης»

….Φθινοπωρινό πουλάκι τον έλεγε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, τον Ιάκωβο. 
Έτσι αδύνατος κι ασθενικός που ήταν, έμοιαζε περισσότερο μ’ εκείνα τα φθινοπωρινά πουλάκια που, σαν τα βλέπεις, αναρωτιέσαι πώς θ’ αντέξουνε τα πρωτοβρόχια, πώς θα πετάξουν κόντρα στους πρώτους παγωμένους αγέρηδες, πώς θα σκίσουν με τα φτερά τους εκείνους τους γκρίζους ουρανούς.

Και ήθελε η κυρά-Δωρούλα γερό και δυνατό τον μικρό Ιάκωβο για τα πρώτα του πεταρίσματα στη ζωή. Την ίδια όμως έγνοια είχε και για τις πνευματικές του πτήσεις.
Πιο πολύ γι’ αυτά τα φτερουγίσματα ήθελε ο Ιάκωβος να κάμει γερά φτερά...

Και τώρα, που τον έβλεπε να μεγαλώνει και δειλά ν’ ανοίγει τις φτερούγες του σαν νιόβγαλτο πουλάκι να πετάξει στους δρόμους της γης και τ’ ουρανού, χτύπαγε πιότερο με λαχτάρα η καρδιά της.

Το πρώτο της ζωής του το φτερούγισμα ο Ιάκωβος το έκανε στα εφτά του χρόνια. Κι έφτασε τούτο το πετάρισμα ως του σχολειού τα σκαλοπάτια. Ένα σχολειό ασυνήθιστο που είχε στηθεί για χάρη των παιδιών μέσα στο μικρό ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, μιας και σχολειό κανονικό στο χωριό τους δεν είχε ακόμη γίνει. Εκεί μάζευε ο δάσκαλος τα παιδιά και τους έκανε το μάθημα. Το χειμώνα μέσα. καθισμένοι στα στασίδια της εκκλησιάς, αντάμα μ’ Αγίους κι Αγγέλους να μαθαίνουνε γραφή κι ανάγνωση. Και σαν έμπαινε η άνοιξη, βγαίνανε έξω, στα πεζούλια της αυλής, κάτω απ’ τα πυκνόφυτα πεύκα που κρύβανε περίτεχνα το μικρό ξωκλήσι του λόφου.

Μεγάλη αγάπη είχε ο Ιάκωβος στο σχολειό του. Μεγάλη όμως αγάπη είχε και στο μικρό εκκλησάκι. Κι έλαχε και σμί­ξανε τούτες οι δυο αγάπες του και γίνηκαν ένα. Με χαρά, πετώντας, πήγαινε το πρωί στο ξωκλήσι για να μάθει γράμματα και το απόγευμα για ν’ ανάψει τα καντηλάκια και να προσευχηθεί.

Έφτιαχνε και τα στασίδια, καθάριζε, όπου τύχαινε να πέσουν, και τις σταλαματιές των κεριών από τις πλάκες, μάζευε και τα μαραμένα αγριολούλουδα, που φέρνανε τα παιδιά, από την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, κάνοντας έτσι τόπο την άλλη μέρα να χωρέσουν τα καινούργια.

Και σαν τέλειωνε απ’ όλα ετούτα, στεκόταν μπρος στην Αγία κι έκανε μετάνοιες.
όπως είχε δει κρυφά τη μάνα του να κάνει τα βράδια την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμόνταν.
Ήξερε και κάποιες μικρές προσευχές που ντροπαλά σιγοψιθύριζε.
Τις πιο πολλές όμως τις έφτιαχνε μόνος, με το νου του. Κι έβανε εκεί μέσα την ψυχή του..

Όλα ετούτα, τους κόπους και τις προσευχές του, τα έβλεπε η Αγία Παρασκευή κι έπαιρνε χαρά μεγάλη. Μήπως νοιαζόταν εκείνη να ζητήσει για προσευχές του νόμου τα γραμμένα από ένα τόσο δα ψιχαλάκι που ήτανε ο μικρός Ιάκωβος;
Μήτε ψαλμούς και κοντάκια ήθελε, μήτε χαιρετισμούς και μεγαλυνάρια, μήτε τροπάρια, αίνους κι εξαποστειλάρια. Μια στρωτή μετάνοια στηριγμένη πάνω στα παιδικά τα δάχτυλα και έσβηνε μεμιάς των σοφών κοντυλάδων τα προσευχητάρια. Ένας ήχος, ένα ψέλλισμα στης Παναγιάς τ’ όνομα απ’ τα τρυφερά τα χείλη κι έφτανε για να σιγάσουν φωνές ψαλτάδων γλυκόλαλες.

Γι’ αυτό πήρε και τα θάρρητα η Αγία κι άρχισε σιγά-σιγά να του φανερώνεται. 
Τη μιαν εκεί, στης εκκλησιάς την πόρτα, την άλλη μέσα στο Ιερό, την τρίτη έξω στον περίβολο να σεργιανίζει, να πλένει τα καντήλια της, να τακτοποιεί τα πεζούλια.

Και ο Ιάκωβος, όταν την πρωτοαντίκρισε, λογάριασε πως ήτανε τόσο φυσικό ετούτο που γινόταν!
- Μια νοικοκυρά που νοικοκυρεύει το σπίτι της, σκεφτότανε. Όπως ακριβώς έκανε και η μάνα του που, σαν ερχόταν το δειλινό, συγύριζε κι έπλενε τα πιάτα του σπιτιού, μη και μείνουν για την άλλη μέρα άπλυτα.

Έτσι τ’ ουρανού και της γης τα πράματα είχανε γίνει ένα για τον μικρό Ιάκωβο. Και λέξη σε κανέναν δεν είχε φανερώσει το παιδί απ’ όλα ετούτα, ώσπου μια μέρα τον έκαμε η ανάγκη στη μάνα του όλα να τα πει…

- Είδες παιδί μου την Αγία Παρασκευή; τον ρώτησε η μάνα του κι απλώνοντας το χέρι πιάστηκε από την κουπαστή της σκάλας μη διπλωθεί και πέσει στα σκαλιά.

- Την είδα στο ξωκλήσι της απέξω, είπε το παιδί λαχανιασμένο απ’ την τρεχάλα.
- Πώς την είδες; Τι συνέβη ακριβώς; Ρώτησε η μάνα βάζοντας γλύκα και μέλι στη φωνή μη και τρομάξει το παιδί απ’ τα ξαφνιάσματά της.

- Να, αποκρίθηκε εκείνο σιγανά, καθώς πλησίαζα στο εκκλησάκι, την είδα να στέκει εκεί, μπρος του. Η Αγία ήταν σαν μοναχή. Όταν με είδε. μου λέει…
«Έλα εδώ, Ιάκωβε, να σου μιλήσω!». Εγώ όμως φοβήθηκα να πλησιάσω.

- «Φοβούμαι να έρθω κοντά σου», της είπα, «πες μου από δω που στέκομαι τι θέλεις να μου πεις!».
- Τότε τι έγινε; τον ρώτησε η μάνα.

- Τότε μου λέει η Αγία… «- Γιατί με φοβάσαι; Εσύ τόσον καιρό έρχεσαι και περιποιείσαι την εκκλησία μου και μου ανάβεις τα καντήλια μου. Ζήτησέ μου τι χάρη θέλεις από μένα! Τι χάρισμα να σου δώσω!».

- Κι εσύ τι της είπες; τον ρώτησε η μάνα του και κατεβαίνοντας αργά τη σκάλα του σπιτιού ήλθε και στάθηκε κοντά του, εκεί στη μέση της αυλής.
- Εγώ…! Δεν ήξερα τι να ζητήσω, είπε ντροπαλά το παιδί, «Να ρωτήσω τη μητέρα μου και θα σου πω!», αυτό της είπα μόνο.

Η κυρά Δωρούλα χαμογέλασε.
- Άκουσε, Ιακωβάκι μου, του είπε. Να ζητήσεις από την Αγία την τύχη σου να σου δώσει. Κατάλαβες; Την τύχη σου, του είπε. και χάθηκε με τούτη την κουβέντα σαν σκιά μέσα στο σπίτι.
Ό,τι του είπε η μάνα του, εκείνο ζήτησε και ο Ιάκωβος την άλλη μέρα το απόγευμα, όταν πήγε και πάλι τρέχοντας στο ξωκλήσι. Και η Αγία του μίλησε εκείνο το δείλι για την τύχη του.

Με όλα ετούτα που έβλεπε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, χαι­ρότανε. Κι ο παπα-Θοδόσης, ο παπάς του χωριού, έβλεπε πως τούτο το παιδί δεν ήταν σαν όλα τ’ άλλα. Το έβλεπαν ακόμη και οι χωριανοί κι αρχίσανε να τον φωνάζουνε με σέβας «παπα-Ιάκωβο». Και δεν το λέγανε για χωρατό, μα το πιστεύανε στ’ αλήθεια πως ο Ιάκωβος μπορεί να πατούσε στη γη, μα βρισκό­τανε στον ουρανό.

Ο παπα-Θοδόσης ερχότανε στη Φαράκλα κάθε δυο εβδομάδες για να λειτουργήσει. Όλο τον υπόλοιπο καιρό έστεκε στο πόδι του ο μικρός παπα-Ιάκωβος για ό,τι έκτακτο και βιαστικό τύχαινε κι ας ήτανε μόνο εννιά χρονών παιδί.

Αυτόν φωνάζανε οι χωριανοί, όταν αρρωσταίνανε τα ζωντανά να τους διαβάσει μιαν ευχή για να γίνουν καλά. Αυτόν φανίζανε σαν αρρωσταίνανε και οι ίδιοι για να τους σταυρώσει και να γιάνουν. 
Τον παπα-Ιάκωβο παίρνανε να τους ρίξει αγιασμό στα θεμέλια του καινούργιου τους σπιτιού, να ραντίσει μ’ αγιονέρι τ’ αμπέλια, σαν τα ’πιανε φυλλοξέρα, να προσευχηθεί να φύγει η ακρίδα απ’ τα σπαρτά.

Ακόμη κι ο παπα-Θοδόσης τον Ιάκωβο κάλεσε για να διαβάσει μιαν ευχούλα, όταν η παπαδιά δεν μπορούσε να γεννήσει τον Βαγγελάκη και κοιλοπονούσε μια βδομάδα.
Τον Ιάκωβο πήγανε κι εκείνη τη μέρα οι μανάδες στο σπίτι του να βρούνε, να πέσουν στα πόδια του, να τον παρακαλέσουν …

- Την ευχή μου να ’χεις παιδάκι μου, Ιάκωβε, και το κακό το περιμέναμε τώρα που είναι άνοιξη, είπε η μάνα του Δημητρού.
- Όπως έρχονται τα χελιδόνια έρχονται κι αυτές οι παιδικές αρρώστιες, είπε με κομμένη την ανάσα η μάνα του Γρηγόρη.

- Και τι έχουν τα παιδιά; ρώτησε ο Ιάκωβος.
- Μαγουλάδες να σε χαρώ, είπε η κυρα-Ζωή.
- Και πρηστήκανε τα μάγουλα τους. συμπλήρωσε η κυρα-Ευτέρπη.
- Ο δικός μου ο Θανάσης απόψε κόντεψε να σκάσει από τον πυρετό, είπε η κυρα-Ματούλα.
- Εάν με αφήσει η μάνα μου, εγώ ευχαρίστως να πάω στη Λίμνη, να φωνάξω το γιατρό, είπε πρόθυμα, συμπονώντας την έγνοια τους ο Ιάκωβος.

- Ποιος γιατρός, μάτια μου; φωνάξανε ταραγμένες μ’ ένα στόμα εκείνες.
- Τέτοια ώρα τέτοια λόγια θα λέμε, Ιάκωβε; Εδώ χάνουμε τα παιδιά μας, είπε η κυρα-Ζωή.

- Για φαντάσου να περίμενε κι ο αδερφός σου το γιατρό από τη Λίμνη, όταν τον δάγκωσε στο χέρι εκείνο το καταραμένο το φίδι στο χωράφι σας, είπε η κυρα-Ματούλα. Μαύρα θα είχε φορεθεί η μάνα σου.
- Βρε γυιε μου, μαύρα θέλεις να φορέσουμε κι εμείς; είπε με πόνο η κυρα-Ευτέρπη.
 Όπως διάβασες τότε μιαν ευχούλα στον αδερφό σου και γίνηκε νερό το δηλητήριο, έτσι διάβασε τώρα και σε τούτα εδώ τ’ αδέρφια σου μιαν ευχή. Γιατί, Ιάκωβε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; Αδέρφια είστε όλα. Μαζί μεγαλώνετε, μαζί παίζετε, μαζί πηγαίνετε στο σχολειό.

- Μα τι είναι αυτά που λέτε, ψέλλισε ντροπιασμένο το παιδί.
 Τι είμαι εγώ για να διαβάζω τις ευχές;

- Εσένα σ’ ακούει ο Θεός, Ιάκωβε μου. είπε η Ελένη που ήρθε να παρακαλέσει για το Λευτέρη τον αδερφό της και που τόση ώρα καθότανε αμίλητη στη γωνιά.
 Όλους μας ακούει το ίδιο ο Θεός, είπε ο Ιάκωβος, έχοντας κολλημένα τα μάτια του στο χώμα. 
Αγιασμό κι εσείς έχετε στα σπίτια σας· ας πιούνε λίγο τα παιδιά … 
Άννα Ιακώβου, Ήταν κάποτε παιδιά. Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης. (Άθως- παιδικά, εκδ. Σταμούλη 2008.)
Αποτέλεσμα εικόνας για φύλλα του φθινοπώρου;
Είπε Γέρων :Έχεις δει τα
φύλλα του φθινοπώρου;
Θα ήταν πολύ καλό αν μπορούσαμε να είμαστε σαν ένα φθινοπωρινό φύλλο.
Που πέφτει κάτω στο έδαφος και το φυσάει ο άνεμος και αυτό γυρνάει και πηγαίνει και κάπου σταματάει.

Και ξανά φυσάει ο άνεμος και αυτό ξανά πετάει και πηγαίνει. Όπου το πάει ο άνεμος...
Το φυλλαράκι δεν έχει απαίτηση.
Δεν πάει κόντρα στον άνεμο.

Έτσι να είμαστε και μεις.
Να μην πηγαίνουμε κόντρα στην πνοή του Θεού, κόντρα στο θέλημά του.
Αγαπώ τον Θεό σημαίνει αφήνομαι στον Θεό. Στο θέλημά του.Τον εμπιστεύομαι σε ότι αυτός θέλει.
Επειδή Αυτός ξέρει τι είναι πιο καλό για μένα...