Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Ακαδημαϊκή και εμπειρική θεολογία


Ο Καθηγούμενος της Ιεράς  Μονής Βατοπαιδίου Γέροντας Εφραίμ ομιλεί με θέμα: ''Ακαδημαϊκή και εμπειρική θεολογία'', σε εκδήλωση που διοργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως και η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου με τίτλο: «Χριστιανική ηθική και Πατερική θεολογία», προς τιμή του Ομοτίμου Καθηγητού του Α.Π.Θ.  Γεωργίου Μαντζαρίδη με αφορμή τη νέα έκδοση της «Χριστιανικής Ηθικής».

Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι για τον παπισμό


«... Ο ρωμαιοκαθολικισμός είναι πίστη μη χριστιανική... 
Ο καθολικισμός της Ρώμης είναι χειρότερος από τον αθεϊσμό... 
Ο αθεϊσμός κηρύττει μονάχα το μηδέν, ο καθολικισμός, όμως, προχωρεί πιο πέρα ακόμα• κηρύττει ένα διαστρεβλωμένο Χριστό, ένα Χριστό αντίθετο του Χριστού. Κηρύττει τον Αντίχριστο». 


 «... Η Ρώμη ανακήρυξε ένα Χριστό που υπέκυψε στον τρίτο πειρασμό του σατανά... 
Διακήρυξε σε όλο τον κόσμο πώς ο Χριστός δεν μπορεί να βασιλέψει χωρίς την επίγεια βασιλεία. Ήταν το ίδιο σαν να ανακήρυξε ο καθολικισμός τον Αντίχριστο, κι αυτό ήταν που κατέστρεψε την Δύση».

«... Ο πάπας άρπαξε γη, έκατσε σε γήινο θρόνο και επήρε ξίφος στα χέρια του. Από τότε δεν έχει αλλάξει τίποτε, μονάχα πού στο ξίφος πρόσθεσαν και το ψεύδος, την ραδιουργία, την απάτη, τον φανατισμό, την πρόληψη, το έγκλημα». 


«... Παίξανε (οι παπικοί) με τα πιο άγια, τα πιο δίκαια, τα πιο αγνά, τα πιο φλογερά αισθήματα του λαού. Όλα, όλα τα προδώσανε, για να κερδίσουν την ανάξια γήινη εξουσία. Δεν είναι, λοιπόν, όλα αυτά διδασκαλία του Αντιχρίστου;» 


 Ο Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι (Fyodor Mikhailovich Dostoevsky, ρωσ. Фёдор Михайлович Достоевский) υπήρξε κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ρωσικής καταγωγής. Γεννήθηκε το 1821στη Μόσχα. Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Μηχανικών της Αγίας Πετρούπολης. Υπηρέτησε στο στρατό για ένα μικρό χρονικό διάστημα αλλά τον εγκατέλειψε γρήγορα για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Μελέτησε την κοινωνία και τον κόσμο όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη. Θέμα των έργων του, η ίδια η ζωή. Είδε από κοντά τις υποβαθμισμένες συνοικίες, γνώρισε τη φτώχεια, τον πόνο, την εξαθλίωση των ταπεινών ανθρώπων και στη συνέχεια μετέφερε τις εικόνες αυτές στα μυθιστορήματα του. Ασχολήθηκε με τον άνθρωπο και την κοινωνία και υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και η προσφορά του στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Εναντιώθηκε στην πολιτική του Τσάρου Νικολάου του Α'. Αυτή του η στάση είχε αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για συνωμοσία και να καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Τα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές του Όμσκυπέφερε τρομερά βασανιστήρια και εξευτελισμούς. Στα χρόνια της φυλάκισης και εξορίας του αντλούσε δύναμη από μια Καινή Διαθήκη που είχε μαζί του. Το 1859 επέστρεψε στην Πετρούπολη και εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία, όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος γιά να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Άρχισε λοιπόν να γράφει συνέχεια και ακούραστα με αποτέλεσμα να καταφέρει να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχετικά άνετα. Σε αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερα του έργα: Ο παίκτης, Οι αδερφοί Καραμαζώφ, Έγκλημα και Τιμωρία, Ο Ηλίθιος, Οι δαιμονισμένοι. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού "Πολίτης" και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες σημείωσε τεράστια επιτυχία. Πέθανε το 1881 στην Πετρούπολη σε ηλικία 60 ετών.

Έχεις ξεφύγει...λέμεεε

Ο πρώην βουλευτής του Λαϊκού "Ορθόδοξου" Συναγερμού Κυριάκος Βελόπουλος ασχολείται και πάλι με τις πωλήσεις βιβλίων από τηλεοράσεως. Δηλώνει ότι διαθέτει επιστολές του Χριστού και τις πουλάει νιώθοντας «δέος που είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που τις έχει στα χέρια του».

Ο Μέγας Φώτιος για το “άθλημα της πόλης”

Ο Πατριάρχης Φώτιος (3ος αριστερά) συζητά με τους μαθητές του (Μικρογραφία από βυζαντινό χειρόγραφο, Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη) 

άγιος Φώτιος ο Μέγας, Πατριάρχης Κων/πόλεως: εορτάζει στις 6 Φεβρουαρίου 

ΠΡΟΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΘΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 

Τοῦ Φώτη Μιχαήλ -Ἰατροῦ

Τό «ἄθλημα τῆς πόλης», δηλαδή ἡ ὑπεύθυνη καί σοβαρή ἐνασχόληση μέ τά κοινά, ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἀνθρώπους χαρισματούχους καί ἀξιόπιστους. 

Τό ἐρώτημα εἶναι: Ποῦ θά ψάξουμε νά βροῦμε αὐτά τά πρόσωπα καί μέ ποιά κριτήρια ἀναζήτησης; Μέ ποιό μέτρο; 

Τό μέτρο, πού μετράει μέ ἀκρίβεια τό μπόϊ μας τό πολιτικό, θά ἐπιχειρήσουμε νά τό δανειστοῦμε ἀπό μιά κορυφαία μορφή τῆς Βυζαντινῆς Ἀναγέννησης, τόν Μέγα Φώτιο.

Σέ παραινετική του ἐπιστολή, πού απευθύνεται, τόν Μάϊο του 861, πρός τόν τότε νεοφώτιστο χριστιανό ἄρχοντα τῆς Βουλγαρίας Βόγορι-Μιχαήλ, ὑποδεικνύει ὅλες τίς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις χρηστῆς καί ἐπιτυχημένης διοίκησης.

Ἡ παρουσίαση ὀλόκληρης τῆς ἐπιστολῆς, γιά λόγους πρακτικούς, δέν εἶναι ἐφικτή, γι’ αὐτό καί θά περιοριστοῦμε μόνον σέ μιά σύντομη ἀλλά ἀρκούντως σαφή και διαφωτιστική ἀναφορά.

Γράφει λοιπόν ὁ Ἅγιος καί Μέγας διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης Φώτιος:

1ον). «Ὁ τῶν ἀρχόντων τρόπος νόμος γίνεται τοῖς ὑπό χεῖρα». 
Τό ἦθος τῶν ἀρχόντων γίνεται νόμος γιά τόν ἁπλό λαό. Πρῶτοι καί κύριοι ὑπεύθυνοι γιά τήν φαυλότητα (ἤ τήν σπουδαιότητα) μιᾶς χώρας εἶναι οἱ ἄρχοντές της, πού ἀποτελοῦν ”ὑπογραμμόν καί παράδειγμα”. Φαῦλοι ἄρχοντες διαπλάθουν φαύλους πολῖτες.

2ον). «Οἱ περί τόν ἄρχοντα φαῦλοι καί τόν ἐκείνου συνδιαβάλλουσι τρόπον». 
Στόν ἐκφαυλισμό τῶν ἀρχόντων (καί συνακόλουθα τοῦ λαοῦ) συμβάλλει τά μέγιστα τό ”περιβάλλον” τους.

3ον). «Ὅταν τις ἄρχῃ ἑαυτοῦ, τότε νομιζέτω καί τῶν ὑπηκόων ἄρχειν ἀληθῶς». 
Ὅταν ὀ ἄρχων ἄρχει στόν ἑαυτό του (καί στό περιβάλλον του), τότε ἄρχει πραγματικά καί στόν λαό.

4ον). «Κτῷ τοίνυν φίλους μή τούς φαύλους, ἀλλά τούς ἀρίστους». 
Κάνε, λοιπόν, φίλους, ὄχι τούς φαύλους, ἀλλά τούς πιό καλούς.

5ον). «Μή ζήτει δέ παρά φίλων ἀκούειν τά ἡδέα, ἀλλά τά ἀληθῆ μᾶλλον. Διό μέγιστον ἡγοῦ φίλους κολάκων διαφέρειν». 
Μή ζητᾶς ἀπό τούς φίλους νά ἀκοῦς ὅ, τι σέ εὐχαριστεῖ, ἀλλά τήν ἀλήθεια. Ἄλλο πρᾶγμα οἱ φίλοι καί ἄλλο οἱ κόλακες.

6ον). «Πολλαχόθεν δεῖ τόν ἄρχοντα θηρεύειν τῶν ὐπηκόων τάς γνώμας, καί οὕτω κοινωνοῖς χρῆσθαι φιλίας καί ἀρχῆς καί βουλευμάτων». 
Στίς ἀποφάσεις γιά τήν εὐδαιμονία τῶν πολιτῶν ἀνάγκη νά ζητᾶς τήν γνώμη τους, ὥστε νά τούς κάνεις μετόχους καί φιλίας καί ἀρχῆς καί ἀποφάσεων. (Φωνή λαοῦ καί στά ”μεσαιωνικά” Βαλκάνια…).

7ον). «Ἄρχοντας μέν τινες ἔφησαν ἀρετήν ἐκ μικρᾶς μεγάλην πόλιν ποιῆσαι· ἐγώ δέ μᾶλλον ἄν φαίην τό ἐκ φαύλης σπουδαίαν παρασκευάσαι». 
Λένε πώς ἄξιος ἄρχοντας εἶναι ὅποιος κάνει μεγάλη μιά μικρή χώρα. Ἐγώ ὅμως λέω πώς ἀκόμα σημαντικότερο εἶναι ἄν κατορθώσει νά κάνει σπουδαία μιά πολιτεία φαύλη.

8ον). «Τάς μετά σφοδρότητος ὑποσχέσεις εὐλαβεῖσθαι χρή». 
Πρέπει νά προσέχεις τίς ὑπερβολικές ὑποσχέσεις.

9ον). «Χρυσός ἅπαντα τά ἀνθρώπινα στρέφει. Ἄχρηστον καί νομίζων καί πᾶσιν ἐπιδεικνύς τόν τοῖς φιλοῦσιν ἰσχυρόν ἐπίβουλον, χρυσόν». 
Τό χρυσάφι ἀνατρέπει τά πάντα στούς ἀνθρώπους. Νά θεωρεῖς ἄχρηστον τόν χρυσό, πού εἶναι φοβερή παγίδα ὅσων τόν ἀγαποῦν, καί νά τό δείχνεις σέ ὅλους.

10ον). «Ὅσῳ δέ τις προέχει τῇ αρχῇ, τοσούτῳ χρεωστεῖ πρωτεύειν καί τῇ ἀρετῇ». 
Ὅσο πιό μεγάλη ἐξουσία ἀποκτᾶ κάποιος, τόσο πιό πολύ ὀφείλει νά διακρίνεται καί στήν ἀρετή. 

Στήν τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀλλά καί στήν κεντρική πολιτική σκηνή τῆς Πατρίδας μας, ὑπάρχουν ἄραγε ἱκανοί καί πρόθυμοι ἄνθρωποι να βάλουν σέ ἐφαρμογή τίς πολύτιμες  αὐτές παραινέσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου;

Προσωπικῶς ἐκτιμῶ πώς ὑπάρχουνε καί μάλιστα πολλοί. Ἁπλῶς ἡ φανέρωσή τους θά ἔρθει στήν ὥρα πού θά τό δικαιούμαστε: Ὅταν δηλαδή, ὡς λαός, ὁμολογήσουμε μέ εἰλικρινή συντριβή τά λάθη μας καί ἀποφασίσουμε μέ πίστη καί θάρρος νά τά διορθώσουμε. 

Τά ξένα πρότυπα, δυστυχῶς,  ἀποδείχθηκαν ὀλέθρια γιά τό Γένος μας. Καιρός λοιπόν νά ξαναγυρίσουμε στίς ρίζες μας· νά ἐπιστρέψουμε στίς πατροπαράδοτες ἀξίες καί τά πανάρχαια ἰδανικά μας. Διότι ἐκεῖ μονάχα θά ξαναβροῦμε τίς δυνάμεις καί τό κουράγιο, πού τώρα χρειαζόμαστε.

Σημείωση: 
Τά παρατεθέντα ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς καί ἡ νεοελληνική τους ἀπόδοση προέρχονται ἀπό τό βιβλίο, τῶν ἐκδόσεων ΑΡΜΟΣ, μέ τίτλο ”Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως- Ο ΗΓΕΜΩΝ”

Θυμάστε τον Πολέτι;

ΓΟΥΡΟΥΝΙ! ΤΕΛΕΙΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΑΠΟ ΒΙΑΣΜΟΥΣ !

Rumor-Willis-Carrying-her-Pet-Pig-44943
Γράφει ο Μ.Ν. Χειλαδάκης
Όλα αυτά τα χρόνια ο περισσότερος κόσμος πίστευε ότι τα σκυλιά εκτός από έναν καλό φίλο αποτελούν μια πολύ ισχυρή προστασία κατά εισβολέων.
Τελευταία όμως, για ειδικές κατηγορίες ανθρώπων όπως είναι οι Μουσουλμάνοι, ορισμένοι σκέφτηκαν ότι ζώα όπως τα γουρούνια, τα οποία δεν είναι ιδιαίτερα… «επιθυμητά» στους ισλαμιστές, μπορούν να αποτελέσουν ισχυρότερο μέτρο προστασίας λειτουργώντας ως απωθητικά ζώα ειδικά για το γυναίκειο φύλο που απειλείται από βιασμούς. Έτσι ξεκίνησε μια καινούργια μόδα όπως την βλέπουμε παρακάτω. Όπως είναι γνωστό οι μουσουλμάνοι απεχθάνονται και αποφεύγουν σαν τον διάβολο το λιβάνι κάθε επαφή με το συμπαθές αυτό ζώο.
Σε ένα μετρό στην Κολονία μια γυναίκα κρατούσε με το λουρί ένα γουρούνι το οποίο ρουθούνιζε στους πιθανούς βιαστές. Ντυμένο με μια ροζ κάπα το εύσωμο αυτό γουρούνι οσμίζεται καλά το χώρο του μετρό ψάχνοντας για… πιθανά απειλητικά άτομα!
Όπου φύγει φύγει οι επίδοξοι μουσουλμάνοι βιαστές!

Είπε Γέρων:Η υπομονή είναι το ισχυρότερο φάρμακο που θεραπεύει τις μεγάλες και μακροχρόνιες δοκιμασίες. Οι περισσότερες δοκιμασίες μόνο με την υπομονή περνούν. Η μεγάλη υπομονή ξεδιαλύνει πολλά και φέρνει θεϊκά αποτελέσματα∙ εκεί που δεν περιμένεις την λύση, δίνει ο Θεός την καλύτερη λύση. Να ξέρετε ότι ο Θεός ευαρεστείται ,όταν ο άνθρωπος περνά δοκιμασίες και υπομένη αγόγγυστα δοξάζοντας το άγιο όνομά Του . Γι’ αυτό να προσευχώμαστε να μας δίνη ο Καλός Θεός υπομονή, ώστε να τα υπομένουμε όλα αγόγγυστα και με δοξολογία. Η ζωή μας σ’ αυτόν τον κόσμο είναι μια συνεχής άσκηση και ο καθένας μας ασκείται με διαφορετικό τρόπο...

Ο Μέγας Φώτιος και η Ελληνική συνέχεια.


Ομιλεί ο Γέροντας Χριστόδουλος, Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους. Ιερός Ναός Αγίου Φωτίου του Μεγάλου.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Και ο δρόμος καθώς φτάνεις μοιάζει σαν μία είσοδος σε έναν άλλο κόσμο.
Ντυμένο στην ομίχλη...περνάς την πύλη και θαρρείς ότι ντύθηκες και εσύ την σιωπή.
Το μοναστήρι. Ντυμένο στην ιερότητα της ησυχίας.
Και τα γυμνά κλαδιά της βελανιδιάς σαν ρίζες απλωμένες στον ουρανό, σαν άγκυρες που πιάστηκαν στα σύννεφα...
Και η ομίχλη σύμμαχος σ’αυτό το βίωμα, το καθάριο, ότι εδώ υπάρχει πόλεμος και όχι ειρήνη.
Πίσω από αυτά τα παράθυρα, πίσω από αυτούς τους τοίχους. Πόλεμος. Με δάκρυα χαράς, με την χαρά των δακρύων. Πόλεμος. Μάχονται σιωπηλά. Με γόνατα λυγισμένα αντιστέκονται. Με ύμνους πλάγιους βυζαντινούς νοσταλγούν την πατρίδα, τον Πατέρα τους. Κανείς δεν τους βλέπει, δεν τους αντιλαμβάνεται.
Μοναχοί...
Τα αρνούνται όλα...Κάθε ηδονική φυλακή, κάθε κοσμική προσμονή...
Τα αγκαλιάζουν όλα, κάθε πόνο, κάθε πληγή...κάθε δοκιμασία
Το μοναστήρι.. αυτός ο χώρος που σκεπάζει και αγκαλιάζει κορμιά γενναίων, ψυχές διψασμένες, ανθρώπους που ντύθηκαν τα μαύρα, φόρεσαν το πένθος, αναβλύζουν χαρά,
Είναι μαζί μέχρι να πούνε αντίο...μέχρι το αντίο τους γίνει αγκαλιά αιώνια, φλόγα ακοίμητη μεσα στα βαθιά του ουρανού...
Και εμείς προσκυνητές του μυστηρίου, διαβάτες, παρατηρητές, ενός κόσμου αλλιώτικου, ενός τόπου ιερού...


μας το εστειλε το  mail

Υιοθετεί μωρά που δεν τα θέλει κανένας. Ο λόγος που το κάνει είναι υπέροχος!

yiothesia-dinfo-6Η Κόρι Σάλτσερτ αποκαλεί το σπίτι που μοιράζεται με τον σύζυγό της, Μάρκ, «το σπίτι της ελπίδας». Και υπάρχει σοβαρός λόγος που επέλεξε αυτό το όνομα.
Το 2002, η μητέρα οκτώ βιολογικών παιδιών ξεκίνησε να υιοθετεί παιδιά που δεν τα ήθελε κανένας. Παιδιά που έχουν διαγνωστεί με ασθένειες που σύντομα θα οδηγήσουν στον θάνατό τους.
Η Κόρι μίλησε στην TODAY σχετικά με την απόφασή της να προσφέρει καταφύγιο σε παιδιά που διανύουν τις τελευταίες τους μέρες.«Όταν κάθομαι στο τραπέζι της τραπεζαρίας, και ακούω το βουητό από τον αναπνευστήρα του Τσάρλυ, αισθάνομαι ότι πρέπει να πάω λίγο πίσω, στο σημείο όπου ξεκίνησε αυτό το πάθος για τα παιδιά. Γιατί, σε γενικές γραμμές, ένα κομμάτι της ιστορίας μας είναι θλιβερό, ναι. Αλλά αν επικεντρωθείς μόνο σε αυτό, έχεις χάσει το 95% της ιστορίας μας που είναι γεμάτο χαρά.
Όταν η μικρή μου αδελφή μου, η Άμι, ήταν βρέφος, αρρώστησε από μηνιγγίτιδα. Ο υψηλός πυρετός από τη μόλυνση κατέστρεψε ένα μεγάλο κομμάτι της λειτουργίας του εγκεφάλου της, αφήνοντας την ανάπηρη τόσο νοητικά όσο και σωματικά. Έτσι, πήγε να ζήσει σε ένα σπίτι με άλλα παιδιά που είχαν παρόμοια προβλήματα.
Όταν η Άμι έγινε έντεκα, άνοιξε μια ξεκλείδωτη πόρτα του σπιτιού, βγήκε έξω και πνίγηκε σε μια λίμνη που υπήρχε κοντά. Πιθανότατα στις τελευταίες της στιγμές προσπαθούσε να καταλάβει γιατί δεν μπορούσε να αναπνεύσει και γιατί δεν υπήρχε κανείς εκεί για να την βοηθήσει.
Για όλη μου τη ζωή μου, πάλεψα με το ερώτημα: «Πού ήταν εκείνη τη στιγμή ο Θεός, τότε που η αδελφή μου τον χρειάζονταν όσο ποτέ;»
Στα ενήλικα χρόνια μου, άκουσα ένα τραγούδι: «Μπορεί να είναι μην έχει εκπληρωθεί, μπορεί να μην έχει αποκατασταθεί, αλλά οτιδήποτε είναι θρυμματισμένο και βρίσκεται ενώπιον του Θεού, δεν θα υποδουλωθεί ποτέ».
Ήταν αυτό το τραγούδι που άλλαξε τις προσευχές μου. Αντί να ρωτάω τον Θεό ξανά και ξανά γιατί τα πράγματα έγιναν όπως έγιναν, άφησα μπροστά στον θεό τον πόνο μου και την απογοήτευση και του είπα: «Ορίστε, πάρτα και υποδούλωσε τα».
Και το έκανε – με τρόπους πέρα ​​από κάθε λογική.
Όλα τα χρόνια κατά τα οποία εργάστηκα ως νοσοκόμα, ήρθα σε επαφή με κάθε είδους ασθενείς. Οι αγαπημένοι μου ήταν τα νεογέννητα και οι ετοιμοθάνατοι.
yiothesia-dinfo-5
Όταν άρχισα να δουλεύω περισσότερο στον τομέα της μητρότητας, σκέφτηκα να σταματήσω να ασχολούμαι με ετοιμοθάνατους ασθενείς. Αλλά κάπου τότε συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν πολλά περισσότερα από όσα νόμιζα όταν μια μητέρα έρχεται στο νοσοκομείο για να φέρει το παιδί της και φεύγει μόνη της, γιατί το μωρό πέθανε στη μήτρα ή λίγο μετά τη γέννηση.
Αποφάσισα λοιπόν να βοηθήσω αυτές τις μητέρες. Αυτές τις οικογένειες. Εκεί λοιπόν που οι περισσότερες νοσοκόμες αποφεύγουν να εργάζονται για να μην βλέπουν πεθαμένα μωρά, εγώ προσπαθώ να κάνω την εμπειρία για αυτές τις μητέρες λιγότερο τραυματική. Όχι με το να φτιάχνω αυτό που σπάει, αλλά με την συμπεριφορά μου. Φέρομαι στις οικογένειες με αγάπη και μένω μαζί τους για να μοιραστώ την θλίψη τους αντί να βγω από το δωμάτιο για να ξεφύγω.Στη συνέχεια ξεκίνησα έναν οργανισμό, την «Ελπίδα μετά την απώλεια». Είναι ένας οργανισμός που δημιουργήθηκε για να προσφέρει ελπίδα σε οικογένειες που έχασαν τα μωρά τους.yiothesia-dinfo-4
Περίπου πριν από πέντε χρόνια, χτυπήθηκε και η δική μου υγεία. Αγωνίστηκα ενάντια σε πολλές αυτοάνοσες ασθένειες, και υποβλήθηκα σε αρκετές χειρουργικές επεμβάσεις για να αποκατασταθεί η ζημιά στο πεπτικό μου σύστημα. Υπέφερα κλινήρης, δεν μπορούσα να λειτουργήσω και βρέθηκα πάλι να φωνάζω στον Θεό: «Λοιπόν, πώς σκοπεύεις να μου το εξαργυρώσεις αυτό;»
yiothesia-dinfo-1Δεν άργησε να μου απαντήσει.. Τον Αύγουστο του 2012 χτύπησε το τηλέφωνο. Μας ρώτησαν αν είμαστε πρόθυμοι να πάρουμε σπίτι μας ένα κοριτσάκι δύο εβδομάδων που ήταν ανώνυμο και δεν είχε κάποιον να το φροντίσει.
Η πρόγνωση του μωρού ήταν ζοφερή, αφού είχε γεννηθεί χωρίς το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου της. Οι γιατροί είπαν ότι δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Μου είπαν ότι ήταν σε κατάσταση φυτού – δεν μπορούσε να δει ή να ακούσει, και αντιδρούσε μόνο στα επώδυνα ερεθίσματα.
Δεν το σκεφτήκαμε ιδιαίτερα. Φέραμε την Έμμαλυν σπίτι μας (μας δόθηκε το προνόμιο να τη βαφτίσουμε) και της προσφέραμε το ανεκτίμητο δώρο της οικογένειας.
yiothesia-dinfo-2
Θα μπορούσε να είχε πεθάνει στο νοσοκομείο, τυλιγμένη σε μια κουβέρτα. Αλλά τη φέραμε στο σπίτι για να ζήσει. Και έζησε.
Η Έμμαλυν έζησε σπίτι μας περισσότερα πράγματα σε 50 ημέρες, από όσα ζουν οι περισσότεροι σε όλη τους τη ζωή. Δεν είχε ποτέ οικογένεια, και ξαφνικά είχε άλλα 8 μεγαλύτερα αδέλφια. Την είχαμε μαζί μας συνεχώς και την πήγαμε παντού.yiothesia-dinfo-8
Ώσπου ήρθε ένα βράδυ, που η υγεία της άρχισε να ξεθωριάζει. Όλη η οικογένεια μας ήταν δίπλα της, της κρατούσαμε τα χεράκια και την φιλούσαμε.
Την τύλιξα με ένα ζεστό μπουρνούζι, την κράτησα στο στήθος μου και της τραγούδησα μέχρι που κατάλαβα ότι είχε σταματήσει να αναπνέει. Την ακούμπησα στο κρεβάτι της, την κοίταξα και είδα ότι αυτό το όμορφο πλάσμα είχε φύγει. Δεν υπόφερε, δεν πόνεσε και σίγουρα δεν ήταν μόνη. Τις πρώτες μέρες ήταν οδυνηρό. Σταδιακά συνειδητοποιήσαμε ότι ήμασταν τυχεροί που είχαμε την ευκαιρία να μοιραστούμε έστω αυτές τις λίγες στιγμές μαζί της. Ήταν ένα πολύτιμο δώρο για την οικογένεια μας.
yiothesia-dinfo-7
Και καθώς θρηνούσαμε την απώλεια της αρχίσαμε να εξετάζουμε το ενδεχόμενο να πάρουμε σπίτι μας ένα ακόμη μωρό.
Τον Οκτώβριο του 2014, πήραμε τον, τεσσάρων μηνών, Τσάρλι. Ο Τσάρλι έχει άσχημη διάγνωση αλλά δεν είναι απαραίτητο ότι θα πεθάνει. Ωστόσο, τα παιδιά με αυτόν τον τύπο βλάβης του εγκεφάλου πεθαίνουν συνήθως δύο ετών.
Ο Τσάρλι είναι ήδη σε μηχάνημα υποστήριξης της ζωής, και έχει κοντέψει να πεθάνει τουλάχιστον δέκα φορές.
yiothesia-dinfo-9
Μου κόβεται η ανάσα κάθε φορά που μετράω τις φορές που παραλίγο να τον χάσουμε. Τις φορές που αναστήθηκε. Η σκέψη είναι αποπνικτική. Να ξέρεις ότι πρέπει να αναπνεύσει μέσα από ένα μικρό καλαμάκι.. αυτή είναι η πραγματικότητα του Τσάρλι … και είναι δύσκολη για μένα.
Όπως και στην περίπτωση της Έμμαλυν κάνουμε ό, τι μπορούμε. Λατρεύουμε τον Τσάρλι και τον παίρνουμε μαζί μας παντού, όπου μπορούμε.
yiothesia-dinfo-3
Για χρόνια, φρόντιζα μωρά με σοβαρά προβλήματα υγείας όπως ο Τσάρλι ή ετοιμοθάνατα όπως η Έμμαλυν. Είναι υπέροχο δώρο να είμαστε μέρος της ζωής τους, να διευκολύνουμε τον πόνο τους, να τα αγαπάμε και να μας αγαπούν, ακόμη κι αν δεν είναι σε θέση να μας δώσουν κάτι πίσω. Ένα χαμόγελο ως αντάλλαγμα για τις προσπάθειές μας.
Επενδύουμε βαθιά, και πονάμε τρομερά όταν αυτά τα παιδιά πεθαίνουν, αλλά οι καρδιές μας είναι σαν τα βιτρό παράθυρα. Αυτά τα παράθυρα είναι κατασκευασμένα από σπασμένο γυαλί που έχει σφυρηλατηθεί ξανά. Και αυτά τα παράθυρα είναι ακόμη πιο γερά και πιο όμορφα, επειδή ακριβώς έχουν σπάσει».
πηγή

Εξάρχεια: Ενα εργαστήρι σου μαθαίνει να κάνεις βιβλία, τσάντες, εσπαντρίγιες

Βιβλιοδεσία, κατασκευή ξύλινων οργάνων, δερμάτινης τσάντας, εσπαντρίγιας, σανδαλιών, μαριονέτας... Ολα αυτά μπορείτε να μάθετε με 10 σεμινάρια, στα Εξάρχεια.
Εχετε σκεφτεί ότι θα θέλατε να δέσετε με δέρμα ένα παλιό αγαπημένο σας βιβλίο και δεν βρίσκετε τεχνίτη; Οι καλοί τεχνίτες για δουλειές που απαιτούν μεράκι τα τελευταία χρόνια τείνουν να εξαφανιστούν... Κι όμως υπάρχει ζήτηση σήμερα για τα χειροποίητα αντικείμενα. Ετσι το εργαστήρι ελευθέρων σπουδών Ασκαρδαμυκτί, προσπαθεί να αναβιώσει ορισμένα επαγγέλματα τα οποία είτε μπορεί να κάνει κανείς ως χόμπι είτε μπορεί να αξιοποιήσει οικονομικά. «Ασκαρδαμυκτί» σημαίνει κοιτάζω κάτι χωρίς να βλεφαρίζω. Το εργαστήριο Ασκαρδαμυκτί είναι ένας πολυχώρος τεχνών και τεχνικών στα Εξάρχεια γεμάτος εργαλεία, μεζούρες και τεχνικά σχέδια, ξύλο, δέρμα, μέταλλο, χαρτί, σέγες, καλαπόδια, καλέμια, εργαλεία... όλα όσα είναι απαραίτητα για να μάθει κανείς μια τέχνη.

Εκεί λοιπόν μπορείτε να μάθετε αυτόν τον μήνα πώς να δένετε με δερμάτινη επένδυση και σκληρό εξώφυλλο ένα βιβλίο. Κατά τη διάρκεια του προγράμματος που αρχίζει 24/02 και διαρκεί για 10 τρίωρες συνεδρίες, οι μαθητές μελετούν στην πράξη τις βασικές τεχνικές βιβλιοδεσίας, τις πρώτες ύλες και τα εργαλεία καθώς και την τεχνική βιβλιοδεσίας με νεύρα. Στο τέλος του σεμιναρίου ο κάθε μαθητής θα έχει φτιάξει ένα ολοκληρωμένο δερματόδετο βιβλίο με κεφαλάρια, σκληρό εξώφυλλο και διακοσμημένο εσώφυλλο με την τεχνική της μαρμαρόκολλας! Εισηγήτρια του προγράμματος είναι η συντηρήτρια έργων τέχνης και βιβλιοδέτης Ελένη Τσετσέκου. 

Το πρόγραμμα διαρκεί 30 ώρες (10 τρίωρες συναντήσεις, 18:00-21:00)

Αλλα πράγματα που μπορείτε να μάθετε στο εργαστήρι Ασκαρδαμυκτί
Σχέδιο & κατασκευή δερμάτινων ειδών

Σχέδιο & κατασκευή χειροποίητων παουτσιών

Σχέδιο & κατασκευή δερμάτινης τσάντας


Κατασκευή παραδοσιακών έγχορδων οργάνων

Σχέδιο, κατασκευή μαριονέτας & σκηνικών

Κατασκευή χειροποίητου δερμάτινου σανδαλιού

Κατασκευής εσπαντρίγιας από σχοινί και καραβόπανο
Εικονογράφησης παιδικού βιβλίου
Το σεμινάριο
«Δερμάτινη βιβλιοδεσία με σκληρό εξώφυλλο»
Εργαστήρι Ασκαρδαμυκτί: Δεληγιάννη 6 & Σ.Τρικούπη, Εξάρχεια, τηλ. 210 8819784 

Ομιλία του π.Θεοδώρου Ζήση στη Μολδαβία για την Πανορθόδοξη Σύνοδο


Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΒΙΩΜΑΤΑ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ. 

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ.

Τον πρώτο ήδη καιρό των μεταπτυχιακών μου σπουδών στο Παρίσι γνώρισα τον Γάλλο ορθόδοξο -ιεροδιάκονο ακόμη τότε- Πέτρο L` HULIIER, ό όποιος στη συνέχεια προήχθη σε αρχιεπίσκοπο Νέας Ύόρκης της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αμερικής. Ό π. Πέτρος είχε επανειλημμένως επισκεφτεί την Ελλάδα και μιλούσε πολύ καλά τά Ελληνικά, αυτή δε ή συμπάθειά του για τη χώρα μου μάς έφερνε κοντά τον έναν προς τον άλλο. Πολύ σύντομα δημιουργήθηκε ένας πνευματικός δεσμός μεταξύ μας, ό όποιος διατηρήθηκε μέχρι τον θάνατό του στις 17 Νοεμβρίου 2007. Ό π. Πέτρος ανήκε τότε στη δικαιοδοσία τού Πατριαρχείου της Μόσχας, αλλά αυτό δεν ήταν εμπόδιο για να διατηρεί καλές σχέσεις με το Ινστιτούτο τού Αγίου Σέργιου. 
Έτσι ερχόταν εκεί αρκετά τακτικά, συναντιόμασταν και κάναμε διάφορες ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Μία ημέρα με ρώτησε αν γνώριζα τον π. Σωφρόνιο Σαχάροφ. Στην αρχή δεν κατάλαβα για ποιόν μου μιλούσε, όταν όμως μού διευκρίνισε ότι ό λόγος ήταν περί ενός Ρώσου ιερομονάχου, ό όποιος είχε ζήσει από πολλά χρόνια στο Άγιον ’Όρος και τώρα βρισκόταν κάπου έξω από το Παρίσι, κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο. Τού είπα ότι για τον π. Σωφρόνιο είχα ακούσει πολλά στο Άγιον ’Όρος, αλλά δεν είχα ευτυχήσει ποτέ να τον γνωρίσω προσωπικώς, διότι αυτός είχε εγκαταλείψει τον Άθω προτού τον επισκεφτώ εγώ για πρώτη φορά. «Εντοιαύτη περιπτώσει», μού είπε ό π. Πέτρος, «θα φροντίσω εγώ να τον γνωρίσεις, διότι πρέπει να τον γνωρίσεις». Τού απήντησα ότι το επιθυμούσα και εγώ πάρα πολύ. Έτσι κάποια ημέρα επιβιβαστήκαμε στον σιδηρόδρομο και κατευθυνθήκαμε στη SAINTE GENEVIEVE ένα ωραίο προάστιο των Παρισίων.
Αφού αφήσαμε τον σιδηρόδρομο, προχωρήσαμε με τά πόδια και φθάσαμε σε ένα μέρος όπου υπήρχε ένας μεσαιωνικός πύργος φρουρίου, με τον όποιο συνδεόταν ένα μεσαιωνικό κτήριο. Εκεί μέσα ζούσε ό π. Σωφρόνιος με την πνευματική του συνοδεία. Ευθύς εξαρχής κατάλαβα ότι ό γέροντας είχε επιλέξει έναν τόπο πού να τού θυμίζει το Άγιον Όρος, δηλαδή απομονωμένο από κατοικίες, μεσαιωνικό κατοικητήριο με πύργο και βλάστηση γύρω του. Προχωρήσαμε στα ενδότερα αυτού τού συγκροτήματος, το όποιο δεν ήταν ιδιαιτέρως μεγάλο, είχε δε επάνω του έντονα τά ίχνη τού χρόνου, τά όποια τόνιζαν κυρίως ή αίσθηση της εγκαταλείψεως και της ελλείψεως συντηρήσεως. Με κατέτρυχε μια περιέργεια να δω ποιοι ζούσαν σ’ αυτό το μεσαιωνικό κτήριο, για το όποιο, λόγω της μακροχρόνιας εγκαταλείψεως, αποκτούσε κανείς την εντύπωση ότι επέστρεφε σε μια πραγματικότητα αιώνες πίσω. Χτυπήσαμε την πόρτα της εισόδου και μάς άνοιξε ένας μοναχός, τριάντα περίπου ετών, με πλούσια γενειάδα, ό όποιος μάς υποδέχθηκε πρόσχαρα και μάς υπέδειξε να περάσουμε πιο μέσα. Ήταν ό π. Ιερώνυμος, ό όποιος ήταν ρωσικής καταγωγής και προερχόταν από την Αθήνα. Αμέσως μετά εμφανίστηκε ένας άλλος μοναχός, υψηλός, με λίγα αραιά γένια στο πηγούνι και με μορφή σαφώς ταταρική. Αυτός ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από τον π. Ιερώνυμο και ονομαζόταν Σιλουανός, ένα όνομα πού τού είχε δώσει ό π. Σωφρόνιος εις ανάμνηση τού γέροντος του Σιλουανού τού Αγιορείτου. Αυτός μάς οδήγησε στη συνέχεια σε ένα μεγάλο δωμάτιο όπου βρισκόταν ό π. Σωφρόνιος.
Ό γέροντας, ό όποιος ήταν κανονικού αναστήματος, δεν είχε τίποτε το ξεχωριστό στην εμφάνισή του, είχε όμως ένα γαλήνιο βλέμμα και λεπτούς άριστο- κρατικούς τρόπους. Μάς μίλησε Γαλλικά, και αφού ό π. Πέτρος με συνέστησε στον γέροντα, εκείνος μάς ζήτησε να καθίσουμε μέσα στον πολύ απέριττο εκείνο χώρο. Καθίσαμε και επικράτησε για λίγο μία σιγή. Ό γέροντας με κοίταξε με το γαλήνιο βλέμμα του και με ρώτησε από πού προέρχομαι. Του είπα ότι είμαι από τη Θεσσαλονίκη. Ή πρώτη του ερώτηση, με μία συγκρατημένη ανυπομονησία, ήταν αν έχω επισκεφτεί το Άγιον Όρος. 
Ή απάντησή μου ότι είχα πάει εκεί πολλές φορές, και ότι γνωρίζω πολλούς Αγιορείτες πατέρες, και μάλιστα ότι προτού αναχωρήσω για το Παρίσι πήγα να πάρω την ευλογία του Άθω, άναψαν ακόμη περισσότερο την ανυπομονησία του γέροντος. «Με ποιό μοναστήρι συνδέεσθε περισσότερο;» με ρώτησε. Του απάντησα ότι έχω ιδιαίτερους δεσμούς με τη Μονή Διονυσίου, αλλά ότι πηγαίνω τακτικά και στις Μονές Αγίου Παύλου, Ιβήρων και Αγίου Παντελεήμονος. Ή απάντηση μου του εξήψε ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον να πληροφορηθεί περισσότερα σχετικώς προς το Άγιον Όρος. Με ρώτησε ιδιαιτέρως για τον ηγούμενο της Μονής Διονυσίου, τον π. Γαβριήλ, ό όποιος ήταν μία προσωπικότητα ευρέως γνωστή για την πνευματικότητα του. Δεν σταματούσε να έρωτά για Αγιορείτες πατέρες, τούς οποίους γνώριζε πολύ καλά και εκτιμούσε πολύ. Με άκουγε με πολλή προσοχή και τά μάτια του πρόδιδαν τη νοσταλγία πού έκρυβε ή ψυχή του για τον ιερό εκείνο τόπο. Θυμήθηκε τά χρόνια πού είχε περάσει στη Μονή Παντελεήμονος κοντά στον π. Σιλουανό, και στη συνέχεια το ερημητήριό του στη Νέα Σκήτη, κοντά στη Μονή Αγίου Παύλου, όπου εξομολογούσε τούς Αγιορείτες πατέρες. Θυμήθηκε τον π. Γεράσιμο Μενάγια, ένα διαπρεπή μοναχό της μονής αυτής, ό όποιος ήταν προηγουμένως χημικός στην Ελβετία, και με τον όποιο είχαν πνευματικές συζητήσεις. Ή ανάμνηση του ’Άθω γέμιζε την ψυχή του πνευματική νοσταλγία για έναν κόσμο, πού όπως ό ίδιος ομολογούσε, δεν επρόκειτο να τον βρει ποτέ ξανά στη ζωή του.
 Όπως μάς εξήγησε, ό λόγος πού έλαβε τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει το 'Άγιον ’Όρος ήταν ή επιθυμία του να εκδώσει το βιβλίο του για τον γέροντα Σιλουανό, και να το διαδώσει στον Δυτικό κόσμο, να καταστήσει δηλαδή ευρύτερα γνωστή την πνευματικότητα του μεγάλου αυτού ανθρώπου. Την εποχή πού συνάντησα τον π. Σωφρόνιο το έργο του για τον π. Σιλουανό κυκλοφορούσε σε ένα χονδρό, ακαλαίσθητο πολυγραφημένο τόμο. Ήταν μία πρώτη πρόχειρη έκδοση, μία πρώτη γνωριμία με τον πλούτο εκείνο της πνευματικότητας, ό όποιος στη συνέχεια θα γινόταν κτήμα χιλιάδων ανθρώπων σε χιλιάδες αντίτυπα και θα αποκάλυπτε μία νέα πτυχή της ορθοδόξου πνευματικότητας, για να αποδειχτεί ό ακένωτος και ατελεύτητος πλούτος της. Έως τότε δεν γνώριζα τίποτε γι’ αυτό το έργο, διότι ακόμη δεν πωλείτο στα βιβλιοπωλεία, κυκλοφορούσε μόνο σε πολύ μικρό αριθμό αντιτύπων από χέρι σε χέρι. Τότε άκουσα και τον π. Σωφρόνιο να μάς μιλάει με πολύ σεβασμό για τον γέροντά του και να μάς λέγει ότι σκοπός πλέον της ζωής του ήταν να καταστήσει γνωστή την πνευματικότητά του στον κόσμο.
Όση ώρα μέναμε με τον γέροντα τον κοίταζα με θαυμασμό και ευγνωμοσύνη, διότι ή πνευματική ευωδία πού εξέπεμπε με έφερνε και πάλι στην αγαπημένη μου ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους, και ζωντάνευε στη μνήμη μου τούς όσιους πατέρες πού είχα γνωρίσει εκεί. Ό γέροντας Σωφρόνιος ήταν πραγματικός Αγιορείτης, όπως τέτοιοι ήταν και ό επίσκοπος Κασσιανός Μπεζομπράζοφ και ό π. Βασίλειος Κριβοσέιν. Το Άγιον Όρος δημιουργεί μια ιδιαίτερη πνευματική προσωπικότητα του μοναχού, διότι αποτελεί μία αιωνόβια κοινωνία με τούς δικούς της πνευματικούς κανόνες, έτσι όπως τούς έχει διαμορφώσει μία μακραίωνη ασκητική εμπειρία, βαπτισμένη στις διδαχές των ασκητών πατέρων και βεβαιωμένη με αγώνες πού τούς στήριζε ή νοερά προσευχή. Ή επίκληση του θείου ονόματος του Ιησού πλημμυρίζει τον τόπο με τη θεία Χάρη Του, αποδιώκει τούς δαίμονες και σκεπάζει ολόκληρη την αγιορείτικη αδελφότητα, την όποια καθιστά μία κοινωνία προσευχόμενων ανθρώπων. 
Από αυτή την κοινωνία προερχόταν και ό γέρων Σωφρόνιος, ό όποιος μέχρι τέλους της ζωής του παρέμεινε ένας Αγιορείτης και μετέδωσε το πνεύμα του ιερού εκείνου τόπου και στη δική του αδελφότητα. Κοντά του ένιωθα σαν να μην είχα απομακρυνθεί από τον Άθω. Μιλήσαμε για τούς μοναχούς, για τά μοναστήρια, για στιγμές της σύγχρονης ιστορίας του ιερού τόπου, για λεπτομέρειες της αγιορείτικης ζωής. Μιλούσε ό γέροντας με μία έκδηλη νοσταλγία για όλα αυτά, μιλούσε για αυτά τά όποια είχε ζήσει και ήταν ή ίδια ή ζωή του. Ό πύργος στον όποιο ζούσε ό γέροντας με τούς πατέρες Σιλουανό και Ειρηναίο μου θύμισε αγιορείτικο κελί, με γέροντα και τη συνοδεία του.
Αυτή δεν ήταν ή τελευταία επίσκεψη μας στον γέροντα Σωφρόνιο, διότι επαναλήφτηκε και πάλι στις 17 Ιουνίου 1955. Ζήσαμε τις ίδιες πνευματικές στιγμές όπως και την προηγούμενη φορά. ’Ένιωσα και πάλι αυτό που είχα νιώσει πολλές φορές στο Άγιον Όρος συνομιλώντας με όσιους γέροντες μοναχούς, δηλαδή να εκπέμπει το σώμα τους μια πνευματική δύναμη και μια αίσθηση αγιότητας. Αισθανόσουν ότι συνομιλείς με έναν όσιο και ένιωθες την αγιότητα να σε περικυκλώνει. Δυστυχώς την εποχή εκείνη νομίζαμε ότι ή ύπαρξη αγίων δίπλα μας είναι μία αυτονόητη πραγματικότητα της ζωής μας, αργότερα όμως, όταν αυτοί οι άγιοι έφυγαν από τη ζωή, τότε συνειδητοποιήσαμε πόσο δεν είχαμε καταλάβει τί δώρο μάς είχε χαρίσει ό Κύριος. 
Τότε αισθανθήκαμε την έλλειψη τους, καθώς και το κενό πού έμεινε γύρω μας. Αυτό συνέβη και με τον γέροντα Σωφρόνιο. Μιλούσαμε με αυτή την όσια μορφή και νομίζαμε ότι είναι δεδομένο να υπάρχουν οι όσιοι δίπλα μας. Αργότερα κατανοήσαμε τί πνευματικό θησαυρό είχαμε χάσει. ’Έφθασε για μία ακόμη φορά ή ώρα να ζητήσουμε την ευλογία του γέροντα και να αποχωρήσουμε. Ενώ προχωρήσαμε για να φύγουμε αυτός μάς είπε: «Περιμένετε μία στιγμή», και πήγε σε ένα διπλανό δωμάτιο. Σε μερικά λεπτά επέστρεψε, κρατώντας στο χέρι ένα πολύ μικρό, πολύ παλαιό ωραίο βιβλιαράκι, δεμένο με κόκκινο δέρμα και στολισμένο με χρυσά έκτυπώματα. Στράφηκε προς εμένα και μου το προσέφερε: «Πάρτε το για να με θυμάστε» μου είπε. Ήταν ένα ελληνικό τετραευαγγέλιο, τυπωμένο στα Ιωάννινα το 1805, από τον διαπρεπή Έλληνα τυπογράφο Νικόλαο Γλυκύ. Με πλημμύρισε συγκίνηση. Του φίλησα το χέρι, πήρα το πολύτιμο δώρο, και το κρατώ ως σήμερα σαν ευλογία του γέροντος Σωφρονίου μέσα στο σπίτι μου.
Ή τελευταία φορά πού συνάντησα τον γέροντα Σωφρόνιο ήταν όχι στον πύργο του αλλά σε ένα άλλο μέρος. Ήταν ή Διακαινήσιμος εβδομάδα τού 1956. Μου τηλεφώνησε ό π. Πέτρος και μου είπε ότι ό π. Σωφρόνιος επρόκειτο να λειτουργήσει στο παρεκκλήσιο τού ρωσικού γηροκομείου της SAINTE GENEVIEVE DES BOIS και ότι αυτός θα πήγαινε στη θεία Λειτουργία και αν ήθελα να τον συνοδεύσω. Τού είπα ότι θα το έκανα με πολλή χαρά. Πραγματικά εγκαίρως το πρωί βρεθήκαμε στη θεία Λειτουργία. Στον ναΐσκο υπήρχαν λίγα γεροντάκια. Ό γέρων Σωφρόνιος λειτουργούσε μόνος του. Hταν εξαϋλωμένος. Το πρόσωπό του είχε μία πνευματική λάμψη και μία φωτεινότητα πού μου θύμισε αυτό πού λέγεται στον βίο τού άγιου Σέργιου τού Ράντονεζ, ότι οι μαθητές του Ισαάκ και Σίμων έβλεπαν εμβρόντητοι όταν λειτουργούσε ό άγιος να τον περιβάλλει ένα θείο φως. Κάτι ανάλογο μου έδειχνε ή αρπαγή τού γέροντος Σωφρονίου μέσα στη θεία άτμόσφαιρα της Λειτουργίας, όπου αισθανόταν να συλλειτουργούν μαζί του τά Χερουβείμ και τά Σεραφείμ. Έβλεπες ότι είχε φύγει από τη γήινη πραγματικότητα και ζούσε την άλήθεια των έπουρανίων. Τελείωσε ή θεία Λειτουργία και οι πιστοί άρχισαν ό ένας μετά τον άλλο να αποχωρούν από τον ναΐσκο. Μείναμε τελικώς μόνοι ό π. Πέτρος και εγώ. Σε λίγο ό π. Σωφρόνιος βγήκε από τη βόρεια πύλη τού ιερού και ήλθε και στάθηκε μπροστά στήν ιερή πύλη. Έκανε τρεις φορές τον σταυρό του, έβαλε τρεις μετάνοιες και στάθηκε μπροστά στην ωραία πύλη σιωπηλός για αρκετή ώρα βλέποντας ψηλά. Μία γαλήνια σιγή βασίλευε μέσα στον ναΐσκο. Τελικά γύρισε προς το μέρος μας και είπε με χαμηλή, πού μόλις ακουγόταν, φωνή: 
 «Είθε ή θεία αυτή Λειτουργία να μην είχε τελειώσει ποτέ...».
Φύγαμε γεμάτοι κατάνυξη, αυτή πού μάς είχε εμπνεύσει ό γέροντας με την ιερουργία και με τά λόγια του. Δεν τον είδα ποτέ ξανά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έφυγε από τη ζωή μου. Τά γραπτά του μένουν ως μία μόνιμη μαρτυρία της πνευματικής του παρουσίας μέσα μου. Οι ζωντανές αναμνήσεις πού έχω από αυτόν με τρέφουν σε στιγμές ακηδίας. Το 1987 τού έστειλα το βιβλίο μου, στο όποιο εξέδιδα τά έως τότε ανέκδοτα βιογραφικά κείμενα τού οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκι Μου απάντησε στέλνοντάς μου το δικό του έξοχο βιβλίο «Όψόμεθα τον Θεόν καθώς έστί με μία ευγενική αφιέρωση: 
«Με Αγάπη και πολλές προσευχές, ί Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, 6 Ιανουάριου 1988 (Το βιβλίο αυτό είναι μία συνέχεια της ασκητικής και μυστικής παραδόσεως τού ρωσικού αγιορείτικου μοναχισμού, έτσι όπως άριστα τον εκπροσώπησαν στον 20ό αιώνα ό γέρων Σιλουανός και ό αντάξιος μαθητής του γέρων Σωφρόνιος. Είμαι ευτυχής διότι οι προσευχές της αφιερώσεως, πού μού έγραψε στο βιβλίο του, με συνοδεύουν στη ζωή μου. Ό Γέρων Σωφρόνιος, τον όποιο ίσως κάποια ημέρα ή Ορθόδοξος Εκκλησία μας αναγνωρίσει ως όσιο, μένει για πάντα ζωντανός στη μνήμη μου και στην ψυχή μου.
πηγή:ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΡΩΣΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΜΟΥ. ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΒΙΩΜΑΤΑ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΤΑΧΙΑΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΠΛΩ.

Οι μέλισσες εξαφανίζονται από ιό που εξαπλώνουν οι άνθρωποι

Οι μέλισσες εξαφανίζονται από ιό που εξαπλώνουν οι άνθρωποιΕπειδή στο  πλαίσιο των εμπορικών τους συναλλαγών τις μεταφέρουν από το ένα μέρος της Γης στο άλλο 

Μια θανατηφόρος ασθένεια που έχει εξελιχθεί σε πανδημία και εξαφανίζει τις μέλισσες του πλανήτη, εξαπλώνεται κυρίως από τους ανθρώπους, οι οποίοι, στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών τους, μεταφέρουν μέλισσες από το ένα μέρος της Γης στο άλλο.

Πρόκειται για τον λεγόμενο «ιό των παραμορφωμένων φτερών» (DWV), που σκοτώνει τους παγκόσμιους πληθυσμούς των μελισσών, οι οποίες αποτελούν ζωτικά έντομα για τη γεωργία (επικονίαση φυτών, παραγωγή μελιού κ.α.), την οικονομία, τη βιοποικιλότητα και την ανθρώπινη υγεία.

Οι ερευνητές από διάφορες χώρες, με επικεφαλής τη δρα Λένα Μπάγιερ-Γουίλφερτ του Κέντρου Οικολογίας του βρετανικού Πανεπιστημίου του Έξετερ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Science", ανέφεραν ότι ο ιός, με τη βοήθεια του παράσιτου (ακάρι) βαρρόα που λειτουργεί ως φορέας, μπορούν να εξοντώσουν ολόκληρες κυψέλες.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, που ανέλυσαν γενετικά δείγματα μελισσών και βαρρόα από 17 χώρες, η εξάπλωση του ιού των μελισσών είναι κυρίως ανθρωπογενής και όχι φυσική. Ως πηγή του προβλήματος εντοπίζονται τα μελίσσια στην Ευρώπη, από όπου ο ιός εξαπλώθηκε σε άλλες ηπείρους.

Εκτιμάται ότι τις τελευταίες δεκαετίες η διπλή απειλή του ιού DWV και του παράσιτου βαρρόα έχουν οδηγήσει στην εξαφάνιση πολλά εκατομμύρια αποικίες μελισσών σε όλο τον κόσμο, σε βαθμό ανησυχητικό πλέον.

Οι επιστήμονες προτείνουν αυστηρότερους διασυνοριακούς ελέγχους κατά την εισαγωγή των μελισσών, ώστε να περιορισθεί η εξάπλωση του ιού. Οι τωρινοί υγειονομικοί και άλλοι έλεγχοι κρίνονται ανεπαρκείς.

πηγή

ΗΠΑ: Ο Ομπάμα ζήτησε να κρυφτεί η λέξη «Ιησούς» και ο Σταυρός σε επίσκεψή του σε Καθολικό Πανεπιστήμιο - αλλά άφησε να φαίνεται η λέξη «Αλλάχ» σε επίσκεψή του σε Ισλαμικό Κέντρο


Ο Μπαράκ Χουσεΐν Ομπάμα έκρυψε το σύμβολο του Ιησού κατά τη διάρκεια της ομιλίας που είχε κάνει στο πανεπιστήμιο Georgetown, αλλά επέτρεψε η λέξη «Αλλάχ» να εμφανίζεται ευρέως κατά τη διάρκεια της πρώτης ομιλίας του σε ισλαμικό κέντρο των ΗΠΑ.


Στην φωτογραφία κάτω, ο Ομπάμα στην "Ισλαμική Κοινωνία" της Βαλτιμόρης.


Ο Ομπάμα ανήκει σε αυτούς του υποκριτές «προοδευτικούς» πολιτικούς ηγέτες - πολιτικάντηδες της εποχής μας, που προάγουν δήθεν την «ανεκτικότητα» και την «πολυφωνία», αλλά στην ουσία αυτό που προάγουν είναι μία αντι-χριστιανική ατζέντα.


Ιδιαίτερα ο Ομπάμα είναι αυτός που μεταξύ άλλων, έχει δηλώσει επίσημα, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον ένα χριστιανικό κράτος και έχει αδιαφορήσει για την συνεχιζόμενη σφαγή των χριστιανών στη Συρία.


Ο Μπαράκ έδωσε μια ομιλία σε ένα τζαμί στην Ισλαμική Κοινωνία της Βαλτιμόρης την Τετάρτη. Στάθηκε «άνετος» μπροστά από ένα γυάλινο τοίχο όπου η λέξη «Αλλάχ» ήταν γραμμένη 99 φορές σε αραβική καλλιγραφία. Εκεί βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί (έμμεσα) στον Ρεπουμπλικανό προεδρικό υποψήφιο Donald Trump, αναφερόμενος σε μια "ασυγχώρητη αντι-ισλαμική ρητορική που υπάρχει στην πολιτική σφαίρα". Όταν η εκδήλωση τελείωσε σε όλο το προσωπικό του Λευκού Οίκου δόθηκε δώρο ένα κοράνι!


Η προκλητική εφαρμογή των «δύο μέτρων και δύο σταθμών» του πολιτικάντη Ομπάμα, αποδεικνύεται, από το γεγονός ότι το 2012, όταν έδωσε μια ομιλία στο Πανεπιστήμιο Georgetown, ζητήθηκε από τον Λευκό Οίκο, η καθολική σχολή να καλύψει όλα τα θρησκευτικά σήματα και σύμβολα, συμπεριλαμβανομένων των μικρών γραμμάτων IHS (Ιησούς) που εμφανίζονται μέσα από το τριγωνικό αέτωμα, πίσω από το σημείο όπου ο αμερικάνος πρόεδρος θα στεκόταν.


Πάρε τις πίκρες μου και ρίχ' τες στο βράχο του καβο-Μαλιά

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

 ΚΑΒΟΜΑΛΙΑΣ
Τι βοριάς και θρακιάς μου λέτε μένα!... Τι βοριάς και θρακιάς!... είπε ο Χούρχουλας κινώντας σοβαρά το κεφάλι. Άκου που σας λέω. Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι.


- Αμ ποιοι τις κάνουν;


- Ποιοι τις κάνουν; Εγώ να σας πω. Όχι, σου λέει, είναι χοντρός κάβος και χύνει το βουνό αέρα κι έρχεται ο θρακιάς από πάνω και βγάζουν αψάδα οι Βελανιδιώτισσες. Κολοκύθια! Μωρέ τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι…


- Μα ποιοι τις κάνουν, διάολε; πες μας το λοιπόν! φώναξε ανυπόμονα ο Αλέξης ο Σκιαθίτης, πάντα αράθυμος.


- Τις φουρτούνες του Καβομαλιά; Εγώ να σας πω· εγώ το ξέρω… Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι· εγώ να σας πω…


- Όχι· να μη μας πεις! τον έκοψε ξαφνικά ο Κώστας ο θερμαστής. Διάολε! κοντεύεις να μας βγάλεις την ψυχή με τον Καβομαλιά σου! Για κάβο τάχα θα τον περάσεις κι αυτόν, που τον κατάντησαν πουτάνα οι ψαρόβαρκες… Δε θέλουμε να μας πεις τίποτα!


Και γύρισε αλλού το πρόσωπο, δυσαρεστημένος τάχα, κι άρχισε να ψιθυρίζει κάτι στ’ αυτί του συντρόφου του με αγανάχτηση, σα να του έλεγε: «δεν υποφέρεται, βρε αδερφέ! δεν υποφέρεται!...» Ο Χούρχουλας πήρε το πράμα στα σοβαρά, κοίταξε τους άλλους, ηθέλησε να χαμογελάσει, και μη βρίσκοντας θαρρετή απάντηση, αναψοκοκκίνισε σαν παπαρούνα.


- Γιατί, ρε παιδί; τόλμησε μόλις να ρωτήσει το θερμαστή.


Ο Γιαννιός ο Χούρχουλας είχε τη μανία να διηγείται. Μόλις παρουσιαζόταν η παραμικρή ευκαιρία να καθίσει το πλήρωμα, έτοιμος ν’ αρχίσει τη διήγηση. Ποια διήγηση; Οποιαδήποτε. Δεν τον έμελε ούτε για την υπόθεση ούτε για το μάκρος της. Ούτε αν ήταν αστεία ούτε αν ήταν τραγική. Ούτε αν έβγαινε από τα ξάστερα νερά της αλήθειας ή από την ελεφαντένια πύλη των ονείρων και το χρυσόθρονο αίσθημα. Ούτε κι αν ήταν της ώρας φρόντιζε. Είχε πεποίθηση στον εαυτό του κι είχε τη δύναμη να βαμπακοστρώνει το δρόμο και να σέρνει σιγά κι ανάλαφρα τα πιο περασμένα στα τωρινά ή και να μεταφέρνει τους ακροατές του στις μουχλιασμένες θήκες των περασμένων. Κι είχε την τέχνη απάνω στην αλήθεια ν’ απλώνει τη μεταξωτή σκέπη του όνειρου και κάτω από τ’ όνειρο να θεμελιώνει την ύλη την αληθινή, τεχνίτης θαυμαστός, όπως ο μέγας ήλιος, που σύγκαιρα ιδανικεύει το πέτρινο βουνό και το ανεμόπλεχτο σύγνεφο. Κι έβρισκε πάντα τον τρόπο, κατά την περίσταση, να μακραίνει ή να πλαταίνει την υπόθεσή του, χωρίς ποτέ να την αφήνει τέρας των άλλων και σίχαμα. Όλα τα ήθελε ισόμετρα, ξάστερα και αρμονικά. Κι ήθελε μόνο να τον ακούει το πλήρωμα.


Οι ναύτες τον ήξεραν και διασκέδαζαν με τις αδυναμίες του. Πότε τον έδιωχναν τάχα από κοντά τους, πότε στην ώρα που διηγόταν άρχιζαν όλοι ομόφωνοι το βήχα· πότε έπιαναν φιλονικία και τον εσύγχυζαν και κάποτε έφευγαν ένας ένας και τον άφηναν ολομόναχο να λέει και να ακούει. Ο Γιαννιός φουρκιζόταν κι έβανε όρκο στης μάνας του τα κόκαλα, στη θάλασσα που αρμενίζει, να μη διηγηθεί πλια τίποτα. Όχι μόνο να μη τους διηγηθεί, αλλ’ ούτε και να τους μιλήσει· ούτε να τους κάμει συντροφιά ποτέ! Κι ήταν βέβαιος πως, άμα χάσουν τη συντροφιά του, τα διηγήματά του μάλιστα άμα στερηθούν, πάει, θα σκάσουν από το κακό τους. Δεν ήταν καταλαχάρης άνθρωπος ο Γιαννιός ούτε έλεγε λόγια του ανέμου!...


Μπορεί αυτή του η πεποίθηση να μην ήταν και καθόλου άδικη. Γιατί το πλήρωμα, μόλις τον έφερνε σε κείνη τη θέση, έπεφτε πάλι και τον προσκαλούσε κοντά του και τον παρακαλούσε να ξαναρχίσει, δίνοντάς του υπόσχεση πως θα τον ακούσει με προσοχή.


Κι ο Γιαννιός ασυνέριστος, ξέχανε τους όρκους και άρχιζε τη διήγηση δίχως χρονοτριβή. Συνήθιζε όμως πρώτα με λόγια μισοκομμένα να συσταίνει στους ακροατές του εκείνο που θα διηγηθεί. Τώρα, με τις πρώτες φωνές του θερμαστή και τον κρύο τρόπο των άλλων, ο Γιαννιός έχασε το θάρρος του. Οι συμφωνίες άργησαν να έρθουν κι αυτό τον απέλπιζε. Μα ξαφνικά πλησίασε ο μπαρμα-Γιώργης ο ναύκληρος, είδε την ψεύτικη κατσούφια που έδειχναν οι ναύτες, τη στεναχώρια του Γιαννιού και μάντεψε όλα.


- Σώπα ρε συ· είπε στον Κώστα με αυστηρή φωνή. Άσε το Γιαννιό να μας πει τίποτα.


- Ναι, έλα, Γιαννιέ, πες μας! είπαν παρακαλεστικά κι οι άλλοι ναύτες.


- Εγώ να σας πω, ναι· άρχισε αμέσως εκείνος ξαναβρίσκοντας την ευθυμία του· κι αν δε σας λέω αλήθεια, να τον έχω αντίδικο. Τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν άνεμοι· τις κάνουν τα στοιχειά.


- Τα στοιχειά! μωρέ λόγο που μας είπες! φώναξε αναμπαιχτικά ο θερμαστής. Κι οι άνεμοι τάχα δεν είναι στοιχειά; Ο βοριάς δεν είναι στοιχειό που καταλεί πέντε στο φαγί και δέκα στην καθισιά του, και αν γεράσει δεν ταξιδεύεται! Η νοτιά δεν είναι σαν πουτάνα, που όσο γεράζει τόσο και ξετσιπώνεται! Ο σορόκος, ο γαρμπής, ο γρέγος, ο πουνέντες τι άλλο είναι παρά στοιχειά, που αναταράζουν τη θάλασσα και καταντούν σανίδια τα καμαρωτά πλεούμενα; Μωρέ, λόγο που μας τον είπε κι ο Γιαννιός!


Εκείνος γύρισε και τον είδε με βλέμμα παθιασμένο κι αδύνατο.


- Μα τι πειραχτήριο είσαι συ, δε μου λες; του είπε με παράπονο. Ποιος διάολος σ’ έφερε μέσα για τις αμαρτίες μου; Άσε ν’ ακούσεις πρώτα, μωρέ παλιόγυφτα! Τα στοιχειά του Καβομαλιά είναι ξωτικά. Όποιον ρωτήσεις στα Βάτικα, την ίδια ιστορία θα σου ειπεί. Είναι χρόνια τώρα· πάππου προς πάππου! Είδες όταν φτάνουμε ανάμεσα Τσιρίγου κι Αλαφονησιού, που φαίνονται κρεμασμένα στο βουνό τέσσερα πέντε χωριά; Είναι τα χωριά των Βατίκων. Κι από αυτά το Φαρακλό είναι το μεγαλύτερο. Εκείνα τα χρόνια ο πλουσιότερος και δυνατότερος μπέης των Βατίκων ήταν ο μπέης του Φαρακλού. Ο κάμπος κάτω ως την Πεζούλα – τη Νεάπολη να ειπούμε – ήταν δικός του. Το Καστράκι στο ρίζωμα εκείνος τ’ όριζε. Ακόμη και τα είκοσι τέσσερα μοναστήρια του Καβομαλιά πλήρωναν φόρο σε κείνον. Οι πύργοι του ακόμη σώζονται σπαρμένοι εδώ κι εκεί σ’ όλα τα κορφοβούνια από τον Αρχάγγελο ως τη Μοναβάσια. Μα καμιά φορά τα πλούτη και η δύναμη δε φέρνουν τη χαρά και την ανάπαψη.


Ο μπέης κι η μπέισσα είχαν οχιά τη λύπη που δεν αποχτούσαν ένα παιδί. Όσο μετρούσε το βιος του κείνος και το έβλεπε αμέτρητο, τόσο θλιβότανε που δεν ήξερε τον κληρονόμο του. Όσο έβλεπε κείνη τα ρούχα της, σαμούρια και λαχούρια, τα ολόχρυσα στολίδια της, τόσο στέναζε που δεν είχε μια κόρη να τα χαρεί και να τα ξανανιώσει. Κι όταν βράδυ έσμιγαν οι δυο τους στην κρεβάτα, πόσοι πόθοι και τι καημοί σεμνοφτέρωτοι γοργοπετούσαν γύρω στο πικραμένο το αντρόγυνο!


Τέλος, θες από το Θεό, θες από τα μαγικά της μπέισσας, απόχτησαν ένα παιδί· μια μπεοπούλα παρόμοια της Ηλιογέννητης. Οι γονείς της δεν είχαν πλια πού να κρύψουν τη χαρά τους, πώς να προφυλάξουν από κάθε κακό την ακριβή τους. Δεν πρόφτασε να γίνει δέκα χρονών κι άρχισαν τα προξενιά. Από το Μωριά, από τη Ρούμελη, την Έγριπο και την Αθήνα οι πλουσιότεροι κι αντρειότεροι μπέηδες κι αγάδες, έστειλαν πλούσια κανίσκια ν’ αρρεβωνιάσουν τη Γκιουλχανούμ. Αλλά ο μπέης, όταν αποφάσισε να την παντρέψει, δεν ήβρε καλύτερο από το Μωσά Μπαρδούνια, τον ξακουσμένο μπέη των Μπαρδουνοχωριών. Με κείνον την αρρεβώνιασε.


Αχ! κακό μάτι παράστεκε στη χαρά της άμοιρης. Δεν πέρασαν τρεις μέρες κι έπεσε στο κρεβάτι χτυπημένη από κρυφή και άσχημη αρρώστια. Τρέχουν αμέσως οι διαλαλητάδες ολούθε, σε Μωριά και Ρούμελη, στα Δωδεκάνησα και τα Φραγκονήσια, στην Πόλη και τη Βενετιά, διαλαλούν και λένε:


- Όποιος βρεθεί και γιατρέψει τη μπεοπούλα του Φαρακλού, θα τον ντύσει στο μάλαμα ο μπέης ο αφέντης της και στ’ ασημάρματα ο Μωσά Μπαρδούνιας ο άντρας της!...


Το ακούν και τρέχουν οι γιατροί με τα γιατροσόφια, οι γιάτρισσες με τα βότανα, οι δερβισάδες με τα ξόρκια, οι παπάδες με τα τετραβάγγελα και τα θαυματουργά εικονίσματα. Μα όλα τίποτα δεν μπορούν να κάμουν στην πικρή αρρώστια της πεντάμορφης! Λιώνει και σβήνει σαν τον ανθό στο ανθογυάλι του. Πάνε τα κάλλη, πάνε και τ’ αρώματα. Μέσα στο απόμερο δωμάτιο του πύργου, το στρωμένο με χνουδωτούς τάπητες, στο απαλό κρεβατοστρώσι απάνω, δράκοι παλεύουν δυνατά η ψυχή και το σώμα της. Απάνω της σκυμμένοι, αφνοί κι άλαλοι παραστέκουν οι γονείς, ανίκανοι να βοηθήσουν την κόρη στο χαροπάλεμα. Και δεν ακούεται άλλο μέσα στο θλιμμένο δωμάτιο παρά το ανάλαφρο αγκομαχητό της μπεοπούλας, σαν φτεροκόπημα ψυχής.


Εκείνη την ώρα μπαίνει ένας και κράζει το μπέη παράμερα:


- Ένας γέροντας, λέει, φάνηκε στην πεζούλα ερχάμενος από τη θάλασσα. Έρχεται να γιατρέψει την μπεοπούλα.


Καθώς τ’ ακούει εκείνος, αναγάλλιασε.


- Τρέξε γλήγορα! λέει στους ανθρώπους του· γλήγορα να μου φέρτε το γέροντα!


Τρέχουν, βρίσκουν έναν κοντό και κακοτράχαλο γεροντάκι καβάλα σε μια κασέλα. Ήταν κασέλα κι έμοιαζε σα χελώνα· ήταν χελώνα κι έμοιαζε σαν κασέλα. Τρέχει ο μπέης, κατεβαίνει τη σκάλα και του πέφτει στα πόδια.


- Αμάν, γέροντά μου· σώσε μου το χανουμάκι κι ό,τι θες από μένα.


- Μη φοβάσαι, μπρε! του φωνάζει εκείνος άγρια· όσο είμαι εδώ, μη φοβάσαι! Μόνο ένα πράμα θα κάμεις· να πάρεις τη μπέισσα να φύγετε από τον πύργο. Και να διαλαλήσεις στο χωριό, με το ηλιόγυρμα οι χωριανοί να κλειόνται στα σπίτια τους συφάμελοι για τρεις μέρες.


Ο μπέης κι η μπέισσα στην αρχή δεν ήθελαν να φύγουν και ν’ αφήσουν μοναχή τη θυγατέρα τους. Μα ο γέροντας επίμενε στο λόγο του.


- Αν δε θέλτε, είπε, αφήστε την να πεθάνει.


Τέλος έφυγαν οι γονέοι κι ο γέροντας έμεινε ολομόναχος με την ομορφονιά. Ο γέροντας ήταν μάγος, από κείνους τους μάγους που με το λόγο μπορούν να μαρμαρώσουν τη θάλασσα και να θαλασσώσουν τις στεριές. Η δύναμή του όλη και τα μάγια του ήταν σε κείνη την κασέλα· την έκανε όπως ήθελε: γοργοπόδαρο άλογο στη στεριά, τρεχαντήρι άφταστο στη θάλασσα και πουλί πετούμενο στον αγέρα. Είχε κλεισμένα μέσα της εφτά φουσάτα ξωτικών· το ένα φουσάτο φοβερότερο από το άλλο. Και με κείνα έλεγε να γιατρέψει τη Γκιουλχανούμ. Πιάνει γοργά κι ανοίγει την κασέλα· χύνει έξω όλα τα ξωτικά. Καθώς τα έχυσε, κάποιο βαθύ βογκητό ακούστηκε και τα όρη γύρω άρχισαν να χτυπιόνται σα δαιμονισμένα.


Πέρασαν τέλος τα τρία μερονύχτια, έγινε καλά η μπεοπούλα. Όχι μόνον έγινε καλά, μα και πιο όμορφη και γλυκιά και δροσερή από πρωτύτερα. Οι δύστυχοι γονείς κατάντησαν τρελοί από τη χαρά τους· δεν ήξεραν με τι τρόπο ν’ αντιπληρώσουν το γέροντα. Μα κείνος δε φρόντιζε για τέτοια. Έτσι ήρθε· ήθελ’ έτσι και να φύγει. Άρχισε να μαυλίζει τα φουσάτα για να τα κλείσει πάλι στην κασέλα.  Μα κείνα δε θέλουν να τον ακούσουν. Μαυλίζει, ξαναμαυλίζει· τίποτα! Κάπως θύμωσαν με τα λόγια του και ρίχτηκαν λυσσασμένα, κάνοντας άνω κάτω τον τόπο περίγυρα. Άκουες φωνές, κλάματα, βρισιές, βλαστήμιες, δοντοτριξίματα, μουγκρίσματα, τραγούδια, τούμπανα, βιολιά και λαγούτα, συγκρατητά σφυρίγματα. Ο αέρας γέμισε από γλώσσες αόρατες που καθεμιά είχε και το σκοπό της.


Έκανες εδώ, άκουες τ’ όνομά σου· έκανες εκεί, έχανες τη σκούφια σου. Έσκυφτες χάμω κι ένιωθες άξαφνα φοβερή σφήνα να σου χωρίζει τα μηριά. Βρέθηκαν άνθρωποι που γύρισαν μέρα μεσημέρι θεόγυμνοι στα σπίτια τους. Τα χωριά ρήμαξαν· οι κάτοικοι σφιχτομανταλώθηκαν· τα ζωντανά δεν έτρωγαν το χόρτο τους· τ’ αγρίμια κλείστηκαν στις μονιές τους· άδειασαν τα βουκολιά και τα βαλμαδιά· και τα γιδοπρόβατα του Σαρίγκαλου, του πλούσιου αρχιτσέλιγκα του Καβομαλιά, συνεπήραν τα μαντριά και γκρεμοτσακίστηκαν στη θάλασσα.


Ο γέροντας πήγες να σκάσει από το θυμό του. Όλα τα ξόρκια είπε, μα κανένα δεν πιτύχαινε. Τα ξωτικά, που άλλοτε έτρεχαν συμμαζωχτά σα σκυλιά στα πόδια του, τώρα γύριζαν και τον περιγελούσαν, του τραβούσαν τα γένια κι έπλεκαν πλεξίδες άλυτες τα μακριά του τα μαλλιά. Και κείνος δε μπορούσε να καταλάβει τι έτρεχε τάχα, γιατί τα μάτια του δεν έχαναν τόσο τη δύναμή τους. Έπεσε στη σκέψη κι άρχισε ν’ ανασκαλίζει με το νου τα περασμένα.


- Μπρε! είπε άξαφνα χτυπώντας το μέτωπό του.


Τώρα φωτίστηκε. Ναι, τώρα θυμήθηκε πως μια στιγμή, όταν η μπεοπούλα έμεινε ακίνητη εμπρός του, βλέποντας το χυτό κορμί έκραξε αστόχαστα:


- Μωρέ, μήλο για δάγκωμα!


Κι έσυρε το τρεμάμενο χέρι του γλυκά κι ανάλαφρα απάνω της. Με τούτο όμως ο γέροντας μολεύτηκε, και μολεμένου ανθρώπου δεν πιάνουν τα μάγια ποτέ!


Άρχισε τώρα να κλαίει και να μύρεται. Τέλος δεήθηκε στο Θεό, ακόμη μια φορά να πιάσουν τα μάγια του για να σώσει τον τόπο από τα ξωτικά. Ο Θεός τον άκουσε και μ’ ένα λόγο συνάζει ο μάγος τα φουσάτα, και σα να έριχνε θανάσιμους οχτρούς, τα διασκορπίζει περίγυρα. Τρία ρίχνει στις Νεραϊδοσπηλιές, κάτι σταχτιές πέτρες, που κρέμονται απάνω από τη χούνη του Λαχιού· άλλα τρία ρίχνει στο Κούνο, ψηλά στο Παραδείσι· και το φοβερότερο με βρισιές κι αναθέματα, γυρίζει και το ρίχνει στον πάτο της θάλασσας αντίκρυ στο Τσιρίγο.


Για τούτο, σας λέω, τις φουρτούνες του Καβομαλιά δεν τις κάνουν ανέμοι! Ακούτε μένα· τις κάνουν τα στοιχειά!...


Ο Γιαννιός ο Χούρχουλας, όταν τελείωσε, γύρισε περήφανο βλέμμα να ιδεί τους συντρόφους του. Πριν, αφαιρεμένος στη διήγησή του, δεν είδε τα χαμόγελα ούτε τα κρυφονοήματά τους. Μα τώρα τους βλέπει όλους γύρω να κοιμόνται και να ροχαλίζουν. Δρόλαπας τον πλάκωσε ο θυμός. Με τους ίσκιους λοιπόν μιλούσε τόσην ώρα! Αναψοκοκκίνησε, τινάχτηκε ορθός κι αρπάζοντας τη σκάλα θέλησε ν’ ανεβεί, βρίζοντας θεούς κι ανθρώπους. Αλλά οι ναύτες ξύπνησαν μεμιάς, έσκασαν δυνατά γέλια κι ο θερμαστής, το πειραχτήριο του Γιαννιού, τον ακολούθησε φωνάζοντάς του:


- Άλλο ένα, Γιαννιέ!... άλλο ένα και σώνει σου!..

Τοπική ρίμα από τα χωριά του Καβομαλιά. Το τραγούδι ανήκει στον κύκλο των Παραλογών. Η τοποθεσία που είναι χτισμένη η Αγία Ειρήνη καθώς και ολόκληρο το άγονο τμήμα νότια από τα Βατικιώτικα χωριά απαρτίζεται από απόκρημνους και κοφτούς βράχους. Το άγριο του εδάφους καθώς και το αδάμαστο των κυμάτων του ξακουστού Καβομαλιά ώθησαν τους Βατικιώτες να δημιουργήσουν θρύλους και παραμύθια με πρωταγωνιστές στοιχειά, νεράιδες, λυγερές, παλικάρια...