Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Σωτήρογλου Κατερίνη. (ή Κατίγκω ή Χατίν).


Γνωστή ως «Εμπέ».το ονομά της  ήταν Σωτήρογλου Κατερίνη. (ή Κατίγκω ή Χατίν).
Γενήθηκε στο Ρούμ καβακ της Καισάρειας της Καππαδοκίας. Ορφάνεψε μικρή από μητέρα. Η μητριά της, την παράτησε και πήγε στην Σμύρνη όπου δούλευε ο άνδρας της, και έκανε κι άλλα παιδιά εκεί. Την μικρή φρόντισε η δημογεροντία του χωριού. Όταν απολύθηκε από τον στρατό ο μετέπειτα άνδρας της ο Χουντούρης του είπαν οι γέροντες «Μια εκκλησία μη χτίζεις και αυτό το ορφανό για γυναίκα σου πάρε το». (Δηλαδή είναι τόσο μεγάλο χαΐρι, που προσμετρείται με την ανοικοδόμηση Εκκλησίας πρβλ «κατ οίκον εκκησία»). Ήταν όμως μικρή και την πήρε να της μάθει οικοκυρικά. Πήγε στην Καισάρεια, πήρε ύφασμα έριξε πάνω το ρούχο του και με το κάρβουνο το ζωγράφισε. Έδειξε την ραπτική στην μικρή Χατίν. Άλλωστε τις περισσότερες εργασίες τις γνώριζε από την σκληρή μητριά της (Άρτεμις). Όταν μεγάλωσε την παντρεύτηκε και την πήρε για γυναίκα του.

Μια μέρα και ενώ είχε αρχίσει η σφαγή των Αρμενίων, ήρθε ο τούρκος αγροφύλακας που αναγνώριζε το ακέραιο του χαρακτήρα της, και της είπε να πάρει ψωμί και ξηρά τροφή και να πάει έξω από το χωριό κοντά σε μια σπηλιά. Εκεί να προσποιηθεί ότι ψάχνει μοσχαράκια και να πεί τα συνθηματικά «γκέλ μπιτζίκ μπιτζίκ γκέλ» γιατί είναι κριμένοι αρμένιοι που γλύτωσαν την σφαγή. Φοβήθηκε μην είναι παγίδα του τούρκου, αλλά η συνείδησή της δεν την άφησε να ησυχάσει. Προσευχήθηκε, πήγε και τάισε τους άνδρες και γύρισε το σούρουπο. Το ίδιο έγινε και άλλη μια φορά με κίνδυνο να την πιάσουν για περίθαλψη εχθρών της χώρας, ή με κίνδυνο να πέσει σε παγίδα του τούρκου. (δε γνωρίζουμε αν ήταν άλλοι αρμένιοι την δεύτερη φορά ή οι ίδιοι.) 

Μετά από πολλά χρόνια ζούσε πια στην Ελλάδα στην Θηριόπετρα, γέννησε η νύφη της ένα αγόρι (7 Νοεμβρίου 1937) και είχε λαγώχειλο. Το πήρε νεογέννητο και το πήγε σε κάποιο χωριό που είχε έρθει ένας γιατρός Σαχαλού Ντοκτόρ (μουσάτος γιατρός) (πιθανόν το μικρό του όνομα να ήταν Ιωάννης). Όταν την είδε ο γιατρός της είπε «οτούρ μπενίμ εκμεκτζίμ, οτούρ». «Κάθισε ψωμά μου εσύ κάθισε». Διαμαρτυρήθηκε τότε εκείνη ότι δεν έκλεψε ποτέ κανενός το ψωμί. Ο γιατρός της εξήγησε ότι ήταν ένας από τους αρμενίους που χάρη στην δική της φροντίδα έζησε. 

Η αρετή αυτής της γυναίκας ήταν μεγάλη. Κρατούσε όπως οι παλιοί καππαδόκες όλες τις νηστείες τόσο αυστηρά όσο οι ασκητές στο Άγιον Όρος. Όλη την σαρακοστή δεν έτρωγαν και δεν έπιναν ούτε νερό μέχρι την δύση του ηλίου. Μετά έκαμνε ένα τσάι με λίγο ψωμί και ξεροφάι.. Αυτό γινόταν καθημερινά για πενήντα ημέρες!!! Μόνο το Σάββατο και την Κυριακή γινόταν κατάλυση μαγειρεμένου νηστήσιμου φαγητού με λάδι. Τις τρείς πρώτες μέρες της Σαρακοστής δεν έτρωγαν τίποτε και δεν έπιναν ούτε νερό, μέχρι την απογευματινή προηγιασμένη της Τετάρτης. 

Ήταν η μαμή του χωριού και είχε ιατρικές γνώσεις. Βοήθησε πολλούς με κρυφές ευεργεσίες χωρίς να το μαθαίνουν οι δικοί της για να μην τους σκανδαλίζει. Η μητέρα μου ήταν βοηθός της σε ότι χρειαζόταν για αυτόν τον σκοπό της και τα γνωρίζει.
Την θυμόμαστε πολύ καλά και την είχαμε σαν σωτήρα μας σαν παιδιά που ήμασταν γιατί στη γειτονιά μας περνούσε ένα ποταμάκι και κατέβαζε φίδια το νερό. Φωνάζαμε «γιλάν γιλάν» και έτρεχε η Χατίν Εμπέ και κρατώντας μια πετρούλα πιο μικρή από αυγό, άφοβα ζύγωνε το κεφάλι του φιδιού και το συνέθλιβε.
Μια εβδομάδα πριν πεθάνει συνομιλούσε με ανθρώπους που είχαν κοιμηθεί πριν χρόνια. Έκαμνε την κίνηση σαν να κόβει ψωμί και να τους δίνει καθώς τους καλούσε με το όνομά τους. Είπε στους δικούς της: «ακόμη μια εβδομάδα έχω να πάω στο σχολείο αυτό και τελειώνω». Σε μια εβδομάδα κοιμήθηκε. Ήταν ημέρα της Παναγίας 15 Αυγούστου.
Την ευχή σου να έχω και από το ψωμί σου να γευτώ στην άλλη ζωή ..μπενίμ εκμεκτζίμ…Χατίν Εμπέ..
— με Χάριν Εμπε

Δεν υπάρχουν σχόλια: